writing

Ο ελεύθερος στίχος στην ποίηση θεωρείται εύκολος. Και είναι πολλοί οι ποιητές που πήραν ένα πεζό κείμενο, το χώρισαν σε στίχους και είπαν «αυτό είναι ποίημα». Κι έβγαλαν βιβλία. Βιβλία επί βιβλίων. Να πούμε το προφανές: Αυτό δεν είναι ποίηση!

Για το «τι είναι ποίηση;», έγραφε στη δεκαετία του ’90 ο Γιάννης Υφαντής μία στήλη στον «αραμπά» με τίτλο «οι χίλιοι ορισμοί της ποίησης».

Εμείς, εδώ, τώρα, θέλουμε να θέσουμε άλλο ζήτημα:

Όσοι γράφουν ποίηση ή, μάλλον, όσοι θέλουν να γράψουν ποίηση (σ’ αυτούς κυρίως απευθυνόμαστε) προτού δοκιμάσουν στον “εύκολο” ελεύθερο στίχο, θα ήταν απείρως χρήσιμο να ξεκινήσουν από το πιο δύσκολο είδος της ποίησης: Το σονέτο.

Το συστήνουμε για ένα λόγο: Το σονέτο απαιτεί υψηλή ποιητική πειθαρχία. Την υψηλότερη. Απαιτεί μία σύντηξη των ιδεών και των αισθημάτων, τη μορφοποίησή τους σε ένα προκαθορισμένο καλούπι. Η ποιητική ιδέα του σονέτου μοιάζει με την επώδυνη γέννηση του ανθρώπου, με την κάθοδο της ψυχής στη γη, την ώρα που εισέρχεται στο σκάφανδρό της, το σώμα, για ν’ ανταπεξέλθει η φωτιά της στον βαρύ κραδασμό της τρίτης διάστασης.

Μπορεί στον ελεύθερο στίχο να καταργούνται η ρίμα, το μέτρο, οι στροφές, η φόρμα, όμως δεν σημαίνει ότι καταργείται και ποιητική πειθαρχία. Η εσωτερική μουσική του λόγου, η ψυχή του ποιήματος είναι εκεί, τα «μαθηματικά των αισθημάτων» παραμένουν ακέρια. Όταν ο μουσικός γράφει νότες, νομίζει κανείς ότι καταργεί τους κανόνες, νομίζουν οι πολλοί ότι γράφει με τη φαντασία, όπως κι ο ποιητής. Δεν είν’ έτσι. Κάποιοι ειδικοί αποτύπωσαν σε ψηφιακή ηλεκτρονική μορφή τις νότες του Μπαχ (;) και διαπίστωσαν ότι στην οθόνη του υπολογιστή με τη μουσική του παράγονται απόλυτα γεωμετρικά σχήματα με τέλειες μαθηματικές αναλογίες! Όπως είναι η μουσική που έγραφε ο Μπαχ, έτσι ακριβώς είναι και η μουσική του ποιητικού λόγου, είτε παράγεται στο ποίημα του ελεύθερου στίχου, είτε στον φορμαλισμό του σονέτου. Το ποιητικό μέτρο και η ρίμα δεν περιορίζουν την ποιητική ιδέα, καθώς διατείνονται πολλοί. Όταν η ποιητική ιδέα παραμερίζει την πειθαρχία για να εκφραστεί τάχα ελεύθερα, το πρώτο που χάνει, είναι η εσωτερική μουσική της, η «μουσική των σφαιρών» που έλεγε ο Πυθαγόρας. Τι έχασε δηλαδή ο Όμηρος που ακολουθεί τέλεια το δακτυλικό εξάμετρο; Πού περιορίστηκε αυτός ο μεγαλύτερος ποιητικός ποταμός του κόσμου; Πού σκάλωσε;

Λοιπόν, στους νέους που φιλοδοξούν να γράψουν ποίηση και έλκονται από τον ελεύθερο στίχο, θα συστήναμε την ποιητική άσκηση να ξεκινήσουν γράφοντας σονέτα, ώστε να εξοικειωθούν με την ποιητική πειθαρχία. Και ποιητική πειθαρχία σημαίνει να εκφραστείς με σύντηξη του πυρήνα. Για παράδειγμα ο στίχος του Ντίνου Χριστιανόπουλου: “Και τι δεν έκαμαν για να με θάψουν / Ξέχασαν όμως ότι είμαι σπόρος”.

Αυτό σημαίνει ποιητική πειθαρχία στον ελεύθερο στίχο. Για να φτάσει όμως ο ποιητής σ’ αυτό το επίτευγμα, προηγείται μεγάλη άσκηση, επίμονη και μακρόχρονη. Για να φτάσει στον πυρήνα της ιδέας και μετά να πραγματώσει την σύντηξη, απαιτείται η απόκρουση όλων εκείνων των φαντασμάτων που αιωρούνται ολόγυρα, όπως οι ψυχές γύρω από τον Οδυσσέα στον Άδη. Το ποίημα είναι μία μάχη. Αν ο ποιητής χάσει τη μάχη αυτή, αν νικηθεί από τις νεκρές ψυχές που θέλουν να πιουν από το αίμα του κριαριού, τότε δεν θα γράψει ποτέ ένα καλό ποίημα.

Το σονέτο είναι η καλύτερη άσκηση για κάθε νεοσσό της ποίησης. Όποιος ασκηθεί σ’ αυτό, θα είναι πανεύκολο μετά να εκφραστεί στον ελεύθερο στίχο, χωρίς να φλυαρεί.

Στο πνεύμα αυτό (και για ενημέρωση των νέων δημιουργών) αναδημοσιεύουμε εδώ ένα άρθρο του Γιάννη Λάσκου στα «Νέα» (2003) με τίτλο «περί σονέτου». Γράφει:

 

Ένα από τα ομορφότερα, λυρικότερα αλλά και δυσκολότερα ποιητικά είδη, είναι αναμφίβολα, το σονέτο. Το λεγόμενο και «δεκατετράστιχο» αφού ο αριθμός των στίχων του είναι, αυστηρά, αυτός. Αν και κατατάσσεται στην κατηγορία των ελαφρών ποιημάτων, εν τούτοις, είναι από τα δυσκολότερα ποιητικά είδη, απαιτεί, δε, μεγάλη δεξιοτεχνία και στιχουργική πείρα, λόγω των πολλών περιορισμών που έχει.

Μάλιστα, πολλοί φιλόλογοι και κριτικοί της παγκόσμιας λογοτεχνίας το παραλληλίζουν με το επίγραμμα, επειδή ο ποιητής πρέπει μέσα σε λίγους στίχους να κλείσει τα συναισθήματα και να αναπτύξει τη βιοθεωρία του. Να παρουσιάσει, όσο το δυνατόν σφαιρικότερα και καθολικότερα, την ομορφιά ή τη δυστυχία αυτού του κόσμου και να τραγουδήσει με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής του, τους καημούς και τα βάσανα των φτωχών και κατατρεγμένων.

Γι’ αυτό το σονέτο συνδυάζει, πρέπει να συνδυάζει, την εσωτερική αρμονία με την αρχιτεκτονική δομή. Το σονέτο είναι το είδος ποιήματος που χαρακτηρίζεται από τη σταθερή του μορφή. Έχει, δηλαδή, συγκεκριμένο αριθμό στροφών και στίχων και διακρίνεται για τη μουσικότητά του.

Το σονέτο είναι ιταλικής προέλευσης και η ονομασία του προήλθε από την προβηγκιανή λέξη sonet, που με τη σειρά της ελήφθη από το λατινικό sonus που σημαίνει ήχος ή μουσικός σκοπός.

Στην Ελλάδα, για το ποιητικό αυτό είδος χρησιμοποιήθηκε ο όρος «δεκατετράστιχο» γιατί ακριβώς το σονέτο αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους.

Το σονέτο, στην κλασική του μορφή αποτελείται από δυο συνθετικά μέλη: Από δυο τετράστιχες και δυο τρίστιχες στροφές. Ο τύπος αυτός του σονέτου – ο ένας από τους δυο βασικούς που υπάρχουν – είναι γνωστός με την ονομασία «πετραρχικός» τύπος. Ο Πετράρχης – από τους πρώτους και μεγαλύτερους σονετογράφους όλων των εποχών – υπήρξε ο ποιητής εκείνος, στον οποίο βρήκε την «καλύτερή του στιγμή» το περίτεχνο αυτό είδος.

Ένας βασικός περιορισμός που ισχύει στο «πετραρχικό» σονέτο είναι ότι τα δυο πρώτα τετράστιχα του ποιήματος συνδέονται μεταξύ τους με κοινή ομοιοκαταληξία. Το δεύτερο μέρος του σονέτου το αποτελούν τα τρίστιχα που ονομάζονται και «τερτσίνες» και που ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους.

Ο δεύτερος βασικός τύπος σονέτου που απαντάται στη νεοελληνική ποίηση – όχι και τόσο συχνά όμως όσο ο «πετραρχικός» τύπος – είναι ο λεγόμενος «σεξπιρικός» τύπος. Ο μέγας Άγγλος δραματουργός Σέξπιρ εκτός από τα αθάνατα θεατρικά του έργα έγραψε και μια περίφημη συλλογή 154 σονέτων. Η μορφή τους διαφέρει από την «πετραρχική», όσον αφορά τη διάταξη των στροφών του ποιήματος. Στον «σεξπιρικό» τύπο οι τρεις πρώτες στροφές είναι τετράστιχες ενώ η τέταρτη είναι ένα καταληκτικό δίστιχο που έχει δική του ομοιοκαταληξία. Κάθε μία από τις τρεις πρώτες στροφές έχει τις δικές της ρίμες που δεν περνούν από τη μια στην άλλη.

Ένα από τα βασικά εξωτερικά χαρακτηριστικά του σονέτου είναι η ομοιοκαταληξία, αυτό το παιχνίδισμα, το στολίδι που ομορφαίνει το στίχο.

Στο σονέτο, οι ομοιοκαταληξίες της πρώτης στροφής (που είναι πάντοτε πλεχτές ή σταυρωτές και ποτέ ζευγαρωτές) επαναλαμβάνονται και στη δεύτερη. Στα τρίστιχα οι ομοιοκαταληξίες είναι δυο ή τρεις και δεν επιτρέπεται να έχουν καμιά κοινή ομοιοκαταληξία με τα τετράστιχα.

Το είδος αυτό, που μπήκε στη λογοτεχνία μας για πρώτη φορά το 19ο αιώνα με τα σονέτα του Αντρέα Λασκαράτου, καλλιεργήθηκε με μεγάλη επιτυχία από τους γνωστότερους Έλληνες λογοτέχνες. Ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Ουράνης, ο Δροσίνης, ο Βαλαωρίτης, ακόμη και ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης έχουν γράψει αξιόλογα σονέτα υψηλού περιεχομένου.

Στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης έχουμε, επίσης, ποιητές που έχουν ασχοληθεί με το σονέτο και ξεχώρισαν για την καλλιέργεια του είδους. Ο Αντρέας Τριανταφυλλόπουλος και ο Σάββας Ζουμής είναι, ίσως, οι πολυγραφότεροι στο συγκεκριμένο αυτό και απαιτητικό είδος. Υπάρχουν επίσης ο Βαγγέλης Μύρων και ο Γιάννης Κατσαράς που έχουν εκδώσει ποιητικές συλλογές με σονέτα, αλλά, τελευταία, και γνωστές λογοτέχνιδες όπως η Λούλα Παπαζώη, η Ιωάννα Λιακάκου, η Λίτσα Γκόγκα και η Καίτη Παύλου έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους καλλιεργώντας το ιδιόρρυθμο αυτό ποιητικό είδος που μπορεί να θεωρείται παρακμασμένο και απαρχαιωμένο, από τους θιασώτες της μοντέρνας τεχνοτροπίας, δεν παύει, όμως, να αποτελεί ένα «πετράδι», μια «πνευματική όαση» σε μια εποχή που οι αξίες καταρρακώνονται, τα πάντα αμφισβητούνται και επιχειρούνται διαρκώς ανανεώσεις σε κάθε μορφή τέχνης και τεχνοτροπίας.

Σ’ αυτά που γράφει ο Γιάννης Λάσκος για το σονέτο, θα προσθέσουμε την πληροφορία ότι το σονέτο αποτελείται από ιαμβικούς εντεκασύλλαβους στίχους (οργανωμένους σε 4 τετράστιχες στροφές και σε δύο τρίστιχες). Οι δύο τετράστιχες στροφές περιγράφουν το “πρόβλημα” και οι δύο τρίστιχες στροφές δίνουν τη “λύση”.

Καθώς περνάς

Ακούω τα βήματά σου στην πλατεία
τα ξεχωρίζω απ’ όλα όσα περνάνε!
Ομίχλη, αχός, τα πλήθη που βογκάνε
καθώς, αχ, ανατέλλεις λάγνα, θεία.

Σωπαίνω για ν’ ακούσω τον τριγμό σου
καθώς περνάς χορεύοντας μπροστά μου
μα γίνεται ουράνιος κόκκος άμμου
ο πόθος μου να μπω μέσ’ στο όνειρό σου.

Μακάρι νά ’ξερες πως οι ενώσεις
οφείλονται σε θύμησες αιώνων
και φτάνουν μέχρι την αθανασία.

Μ’ απομακρύνεσαι! Πού πας; Θα νοιώσεις
τους κραδασμούς τόσων άφατων πόνων;
Πώς να νικήσω αυτή την αμνησία;

Τύμπανο 1 / Φεβρουάριος 2013

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
SHARE
Προηγούμενο άρθροΔυναμική παρουσία των Αγρινιωτών στην Freestyle Football Hellas (video)
Επόμενο άρθροΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ: Οι λέξεις και οι λόξες
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Εκδότης και συντάκτης περιοδικών, μεταξύ των οποίων: «Αραμπάς» (1991 – 1997), «Στρατόσφαιρα» (1999 – 2000) και «ΑγοράΖην» (2004 – 2008). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Αναγγελία» (Αγρινίου) από το 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της “Αναγγελίας” με άρθρα, χρονογράφημα και παραμύθι. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο από το 1990 μέχρι το 1996. Το 2016 βραβεύτηκε από τον “Παρνασσό” για το θεατρικό έργο του “ο Καραγκιόζης... Έλληνας”. Παραμυθογράφος, με πρώτο παραμύθι του την “Πολιτεία των λουλουδιών” (1980) και τον “Παραμυθόκηπο” (2010 και 2018).