Τρίτη, 23 Ιουλίου, 2024

Χρυσορυχείον η Ελλάς

Κοινοποίηση

ellada-doriforo

Τον τελευταίο καιρό κάτι πρωτόγνωρο συμβαίνει στη χώρα μας. Μεγάλες διαστάσεις έχει πάρει στην πρωτεύουσα, χωρίς να υστερεί και στις άλλες πόλεις. Σαν τα μανιτάρια ξεφύτρωσαν τα καταστήματα Αγοράς Χρυσού. Όπου κι αν πας, όποιο δρόμο κι αν πάρεις, από πουθενά δεν λείπουν.

Ως και αλυσίδες με υποκαταστήματα υπάρχουν. Και με μεγάλα και εντυπωσιακά γράμματα: ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ, έτσι που να μην περνούν απαρατήρητα από κανέναν. Τα χάνεις κι αναρωτιέσαι: ρε μη μπας κι ονειρεύομαι ή μήπως βρίσκομαι, με τρόπο μυστηριακό, σε καμιά ξένη χώρα. Σε κάθε πράγμα υπάρχει μια σειρά, μια ακολουθία, μια αλληλουχία. Για να υπάρχουν τέτοιες αγορές πρέπει να υπάρχουν και προσφορές, που είναι συνέχεια παραγωγής. Αλλιώς πώς μπορεί να υπάρχει τόση ζήτηση; Ναι! μην αμφιβάλλετε γι’ αυτό, όσο κι αν είστε άπιστοι· καθημερινά οι δρόμοι της Αθήνας πλημμυρίζουν από διαφημιστικά χαρτιά, που τα βρίσκουμε και τοποθετημένα κάτω από τους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων μας ή κολλημένα στους τοίχους και στις κολώνες. Για φανταστείτε εμείς οι Έλληνες όλοι να διαθέτουμε ορυχεία χρυσού και να μην τόχουμε πάρει χαμπάρι κι ήρθαν, απρόσκλητοι, τούτοι οι αετονύχηδες να μας ξυπνήσουν! Ούτε στο Κολοράντο, τη Χρυσή και αιματοβαμμένη εποχή του χρυσού, να ήμασταν, ούτε στο Περού ή σε κάποια άλλη χώρα της λατινικής Αμερικής σήμερα, που κάθε μέρα πλατσουρίζουν στα ποτάμια και σκάφτουν στα νερά και μέσα σε κόσκινα ανακατεύουν τη λάσπη να φύγει το χώμα και να μείνουν τα χρυσά ψήγματα, να τα μαζέψουν και να τρέξουν στο μπακάλη και στα κάθε λογής παραμάγαζα, μεσίτες μεγάλων εταιριών, για να οικονομήσουν μερικά δολάρια, για να ψωμοζήσουν. Εκεί υπάρχουν και ορυχεία βουνά χρυσοφόρα, που τα ισοπεδώνουν μαζί με τα χωριά που φιλοξενούν, για να πάρουν το χρυσάφι. Όμως, εδώ στη χώρα μας, δυστυχώς για μας, μόνο ένα τέτοιο ορυχείο υπάρχει και αυτό κάποια ξένη χώρα το νέμεται, με τρόπο ληστρικό, κι αναγκάζει τους κατοίκους να επεμβαίνουν για να σώσουν το περιβάλλον τους. Κι αυτοί οι ξένοι το μαζεύουν και το φευγατίζουν στις μεγάλες αγορές χρυσού· δεν το διαθέτουν, κοψοχρονιά, στους δικούς μας αετονύχηδες. Τότε, θα ρωτήσει ο αφελής, οι δικοί μας αγοραστές από πού θα το βρουν το χρυσό;

Πρέπει σ’ αυτόν το δικό μας αφελή να δώσουμε μια απάντηση, μιαν εξήγηση για να ξεδιαλύνουμε την απορία του.

Θα βασανίσουμε λίγο το μυαλό μας αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει και αυτόν να φωτίσουμε αλλά και εκείνους τους καλούς ευγενικούς και προνοητικούς ανθρώπους, που πασχίζουν να μας απαλλάξουν από αυτό το περιττό και επικίνδυνο βάρος του χρυσού, να μην αδικήσουμε. Α! όλα κι όλα! Πρέπει να είμαστε δίκαιοι και να αποδίδουμε στον καθένα αυτό που του ανήκει.

Θα πούμε, λοιπόν, στον αφελή μας, πως ετούτοι οι δικοί μας δεν είναι έμποροι χρυσού. Μόνο αγοράζουν· δεν πουλάνε. Τι το κάνουν; αυτό είναι δικός τους λογαριασμός κι εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Οι δικοί μας είναι Χρυσομαζώχτρες. Χρυσάφι να ’ναι κι ό,τι να ’ναι. Ό,τι λάχει. Το μαζεύουν και με τη σκούπα· Όμως για να μη λέμε κουβέντες ξεκάρφωτες, ας δούμε τα πολύχρωμα χαρτοδιαφημιστικά που κυκλοφορούν. Όλα έχουν επικεφαλίδα ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ. Ακολουθεί το αντικείμενο. Σ’ αυτό άλλοι είναι απλοί και λιτοί: Κοσμήματα – Χρυσαφικά – Λίρες. Παλιά και νέα κοσμήματα – Λίρες – Ασημένια σκεύη. Παλιά Κοσμήματα – Λίρες – Πολύτιμους λίθους – Ασημένια σκεύη. Άλλοι παρουσιάζονται πολύ πρακτικοί: Αγοράζουμε χρυσό και ασήμι σε οποιαδήποτε μορφή. Άλλοι παρουσιάζονται πιο σχολαστικοί: Αγοράζουμε χρυσά – ασημένια κοσμήματα – σκεύη – νομίσματα – ρολόγια και ό,τι άλλο περιέχει χρυσό σε οποιαδήποτε κατάσταση. Ακολουθούν οι όροι και οι τρόποι και οι υποσχέσεις. Η εκτίμηση παρέχεται δωρεάν με ραντεβού ή και με επίσκεψη κατ’ οίκον. Επιπλέον οι αγοραστές υπόσχονται πρώτα απ’ όλα εχεμύθεια απόλυτη με εξασφαλισμένη αξιοπιστία και ασφάλεια! Η πληρωμή σε μετρητά και άμεσα, ακόμα και στη μεγίστη τιμή! Κάποιες διαφημίσεις έχουν ξενόγλωσσους τίτλους κι άλλες εικονίζουν και τα προς αγοράν αντικείμενα, όπως: δαχτυλίδια, βραχιόλια, καδένες, διαμαντικά και άλλα. Οι πιο πολλές αναφέρουν πως υπάρχει κρατική άδεια και, συνεπώς, νόμιμη λειτουργία.

Τώρα λέτε να μην κατάλαβε ο αφελής τι θα πει «μαζώχτρες» και τι διαφέρουν απ’ τους εμπόρους; Δεν πιστεύουμε ακόμα να αμφιβάλλει, γιατί ξεχάσαμε να πούμε ότι εκτός από χαρτοδιαφήμιση υπάρχουν και τεράστιες μεταλλικές διαφημίσεις τοποθετημένες σε μεγάλες λεωφόρους και σε άλλα κεντρικά σημεία της πόλης. Εντυπωσιακά και τα στέκια των Αγοραστών και στα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας: στο Σύνταγμα, στην Πατησίων, στην Κυψέλης, στην Ιπποκράτους, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και όλες τις Λεωφόρους και τους κεντρικούς δρόμους. Μόνο που δυσκολευόμαστε σε ποια κατηγορία να τα κατατάξουμε και τι ονομασία να τους δώσουμε. Να τα πούμε μαγαζιά, παραμάγαζα, καταστήματα, γραφεία, επιχειρήσεις, αλλά τι είδους επιχειρήσεις; Είναι κι αυτή η άδεια που άλλοι την λένε νόμιμη, άλλοι κρατική κι άλλοι δε μιλάνε καθόλου γι’ αυτήν. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι η αγορά είναι εμπορική πράξη και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πώληση. Άρα, ακολουθώντας τους νόμους της οικονομίας, πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για εμπορικό κατάστημα, που πρέπει να δηλωθεί στην εφορία για να πάρει την άδεια, μαζί με τα σχετικά στοιχεία: Βιβλία, τιμολόγια, Δελτία παραλαβής και αποστολής, αποδείξεις λιανικής πώλησης και άλλα. Ακόμα πρέπει να καταβάλλει και Φ.Π.Α. Και να ασφαλίζει τους υπαλλήλους του στο Ι.Κ.Α. Ετούτα, όμως, τα στέκια είναι μεσοβέζικα. Κάνουν μόνο αγορές αλλά δεν κάνουν πωλήσεις. Παίρνουν αλλά δε δίνουν. Και δεν ξέρουμε αν υπόκεινται και σε φορολογικό ή άλλον κρατικό έλεγχο. Μια υπόθεση είναι ότι κάνουν εξαγωγή του χρυσού, που μαζεύουν όχι από παραγωγούς χρυσού αλλά με άλλον τρόπο, που θα δούμε παρακάτω. Ας δούμε τώρα με προσοχή κι ας εξετάσουμε όλα αυτά τα στοιχεία που συγκροτούν ή ακολουθούν την κατηγορία των – ας τους πούμε έτσι – επιχειρηματιών, για να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, χρήσιμα και κρίσιμα.

Κατ’ αρχήν βρίσκουμε πως περιττεύει η αναφορά περί κρατικής άδειας. Χωρίς άδεια δεν ανοίγει επιχείρηση σε δημοσιές. Ή, αν ανοίξει, θα λειτουργεί λαθραία και σε απόμερα στέκια, μακριά απ’ τα φώτα της πόλης. Γίνεται, απλά, για να ενθαρρύνει τους υποψήφιους για χρυσές συναλλαγές και να μην τους βάλει σε υποψίες. Ύστερα βλέπουμε πως οι αγορές περιλαμβάνουν χρυσάφι και ασήμι, όχι βέβαια σε ράβδους και φύλλα αλλά μεταποιημένα σε διάφορα αντικείμενα προσωπικής χρήσεως, οικογενειακά κειμήλια, πολλά από αυτά μεταβιβασμένα απ’ τη μάνα στη θυγατέρα κι απ’ τον πατέρα στο γιο, σταυρουδάκια από το νονό, δώρα από γιορτές, που συνδέονται με χαρούμενες στιγμές και κρατούν ζωντανή τη μνήμη για εκείνους που μίσεψαν για το μεγάλο ταξίδι. Τούτα τα αντικείμενα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, οι κάτοχοί τους δεν τα αποχωρίζονται ό,τι κι αν τους τάξεις και τους προσφέρεις. Οι αγορές αυτές επεκτείνονται και σε διαμαντικά και σε σκεύη, κυρίως ασημένια. Πρόκειται, δηλαδή, για κανονικό και απόλυτο γδύσιμο νοικοκυραίων, που ξέπεσαν και τους πνίγουν οι ανάγκες. Εδώ πρόκειται για επίδειξη απερίγραπτης αναλγησίας από μέρους των επιτήδειων αγοραστών. Παρακάτω βλέπουμε πως αυτά τα αντικείμενα αγοράζονται σε οποιαδήποτε κατάσταση. Εδώ διαφαίνεται συγκαλυμμένη απάτη. Αν το χρυσό ρολόι που προσφέρεται είναι παλιό, η πρόφαση είναι έτοιμη για να πέσει χαμηλά η τιμή. Όμως εκείνο που ενδιαφέρει είναι το χρυσό από το οποίο αποτελείται και όχι το ρολόι. Και η κατάσταση του χρυσού δεν αλλάζει ούτε σε χιλιάδες χρόνια, ακόμα κι αν βουνά ολόκληρα το σκεπάσουν. Τίποτε δεν το τρώει, τίποτε δεν το αλλοιώνει κι αυτό είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα, που το κάνει ακριβό και περιζήτητο.

Είδαμε ακόμα, παραπάνω, πως προσφέρονται και προθυμοποιούνται να επισκεφτούν τους διαθέτες για να εκτιμήσουν τα προσφερόμενα. Τι, να τους βάλουν σε κόπους να τα κουβαλούν στα στέκια κι αν δεν τα βρουν, να γυρίζουν πίσω, φορτωμένοι; Αυτό δεν το σηκώνει το φιλότιμο και η ανθρωπιά τους! Θα πάνε στο σπίτι, θα δουν το πράμα, αν τους κάνει κι αν συμφωνήσουν στην εκτίμηση και στην τιμή το παίρνουν και φεύγουν, χωρίς να βάζουν σε κόπο τους άλλους. Αν χαλάσει η δουλειά τους χαρίζουν τον κόπο που έκαναν. Είναι έτσι; Κάποιοι έχουν διαφορετική γνώμη και άποψη. Πάει τώρα, σου λένε, άνθρωποι που παίζουν με το χρυσό, να χάνουν τον πολύτιμο χρόνο τους και να κάνουν επισκέψεις σε σπίτια της μπασκλασαρίας! Κουτορνίθια είμαστε! Έχει λάκκο η φάβα. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, λέμε για τον καλό κυνηγό. Ετούτοι κι αν είναι κυνηγοί. Είναι ικανοί και στήνουν καρτέρι ακόμα και αιώνες, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να χτυπήσουν το θήραμα, να πιάσουν την καλή, πες καλύτερα. Και δε σημαδεύουν δυο αλλά ολόκληρο σμήνος από τρυγόνια. Και θες καλύτερη εποχή από τη σημερινή; Καθώς τα τρυγόνια είναι τυφλωμένα από την πείνα όλα μαζί θα πέσουν στην μπούκα του ντουφεκιού τους, που είναι και αυτόματο και γαζώνει με τις ριπές του.

Οι χρυσοθήρες, λοιπόν –αυτό είναι το κανονικό τους όνομα– προτιμούν τις επισκέψεις στα σπίτια για να αποκομίσουν πλούσια λεία. Εκεί, με μάτι αετίσιο, που γυρίζει σαν περισκόπιο, ερευνούν το σπίτι κι αν δουν κάτι, από αυτά που τους ενδιαφέρει, αρχίζουν τις μαλαγανιές.

– Τι διάολο για ένα βραχιόλι με έφερες εδώ; Δε γίνεται! Δεν ξέρουμε ότι οι γυναίκες έχουν σωρό από στολίδια, σκέτο οπλοστάσιο. Τι τα θέλετε και τα κρατάτε στην ηλικία που βρίσκεστε! Μαζί σας θα τα πάρετε στον κάτω κόσμο; Ξεφορτωθείτε τα τώρα να βγάλετε τις δύσκολες μέρες που περνάμε. Να πιάσουν τόπο και να μην τα φάει το χώμα. Και, πού είστε, επειδή σας συμπάθησα, θα σας κάνω τις καλές τιμές, τέτοιες που όλη την Ελλάδα να γυρίσετε δε θα τις βρείτε.

Ο πνιγμένος κι απ’ τα μαλλιά του πιάνεται, για να σωθεί. Εκείνος που τον πνίγουν οι ανάγκες, δεν έχει μπροστά του πολλές λύσεις για να διαλέξει. Όλοι ετούτοι, του σιναφιού, το ίδιο βιολί βαράνε· είναι συνεννοημένοι μεταξύ τους. Έτσι ο απελπισμένος, που δεν έχει από πουθενά αλλού απαντοχή, υποκύπτει στη μοίρα του. Να βγάλει το χαράτσι, να σπρώξει μερικές μέρες μπροστά και μετά έχει ο Θεός. Υπάρχουν κι εκείνα τα συσσίτια. Στήνεσαι στην ουρά, θα πεις, αλλά στην ανάγκη όλα τα υπομένεις. Είναι να μη σε βρει το κακό. Λόγια που δεν τα ακούσαμε μια φορά και δεν σταμάτησαν να λέγονται.

Φτάνουμε τώρα στο πιο «λεπτό» και καίριο σημείο του όλου θέματος. Στην εχεμύθεια. Η όσφρησή μας μάς προειδοποιεί ότι κάποια κακή, άσχημη και απαίσια μυρωδιά από κάπου αναδίνεται και πρέπει να την αποφύγουμε ή να την εξουδετερώσουμε. Ισοδυναμεί αυτή η λέξη με παρότρυνση για διάπραξη εγκλήματος, που συνοδεύεται με την υπόσχεση για ασφάλεια. Μπαίνει κάποιος στο στέκι, κοιτάζοντας πίσω, δεξιά, αριστερά και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Ο χρυσοθήρας μπαίνει αμέσως στο νόημα και σπεύδει να του δώσει θάρρος.

– Έλα, προχώρα και μη φοβάσαι τίποτε. Τι έχεις, ακούμπα το.

Ο ύποπτος βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει το πράμα. Ο άλλος το κοιτάζει και κάνει την πρόταση.

– Εκατό ευρώ σου φτάνουν;

– Μα ξέρεις λίγα μου φαίνονται. Δε βάζεις κάτι ακόμα, τραυλίζει.

Ο άλλος πριν τελειώσει τον αντισκόφτει.

– Πάρτα και πολλά είναι. Είσαι τυχερός. Με βρήκες στις καλές μου. Και μείνε ήσυχος. Τάφος εγώ. Δεν πρόκειται κανείς να μάθει τίποτε.

Εκείνος χουφτώνει τελικά το χρήμα και κάνει, βιαστικά, μεταβολή. Ο άλλος τον προλαβαίνει πριν απομακρυνθεί και του πετάει τη φόλα.

– Ό,τι άλλο κονομήσεις εδώ είμαι εγώ. Έχε μου εμπιστοσύνη.

Έτσι ο ύποπτος επισκέπτης γίνεται πελάτης, ξαφρίζοντας το σπίτι του ή κλέβοντας, αρπάζοντας ακόμα και ληστεύοντας. Ξέρουμε πως οι δοσοληψίες και κάθε εμπορική πράξη γίνονται στο άπλετο φως της δημοσιότητας, χωρίς φόβους και αναστολές και περιβάλλονται από νόμιμους τίτλους: Αποδείξεις λιανικής πώλησης, τιμολόγια πωλήσεων ή και αγορών, όταν ο πωλών δεν είναι έμπορος, –αυτό απαιτείται κατά νόμον στην περίπτωση ετούτη που μας απασχολεί– και με συμβόλαια. Ποιους εξυπηρετεί και ποιοι έλκονται από την εχεμύθεια; Μα, φυσικά, τους ανεπρόκοβους, τους τεμπέληδες, τους κακομαθημένους γιους, τους εξαρτημένους, τους λοβιτουρατζήδες, κλέφτες, άρπαγες, απατεώνες και τους ληστές. Πώς θα διαθέσουν αυτοί τα προϊόντα του «μόχθου» τους, που τα οικονομούν, παίζοντας στα «εν ου παικτοίς» ακόμα και τη ζωή τους, χωρίς εχεμύθεια και ασφάλεια; Αυτή η εχεμύθεια εξαργυρώνεται και στα παζαρέματα. Γίνεται και εκβιασμός από τους χρυσοθήρες. Αν οι «πωλητές» «δυστροπούν» τους την αμολάνε:

– Δε φτάνει που βάζω το κεφάλι μου στο σακούλι, μου ζητάς και τα ρέστα από πάνω. Ή

– Τα πιάνεις τώρα ή προτιμάς να καλέσω την αστυνομία;

Στο άκουσμα της αστυνομίας, πιάνει τρεμούλα τον κάθε κατεργάρη. Βουτάει τον παρά και γίνεται Λούης. Αυτή η μαγική λέξη εχεμύθεια εξασφαλίζει τους πολλούς και μεγάλους «πελάτες» στους Χρυσοθήρες.

Αυτή η υπόσχεση, όμως, που παρέχεται γραπτώς και πανηγυρικώς, θα λέγαμε, αυτομάτως, κάνει τους Χρυσοθήρες ηθικούς αυτουργούς ή συνεργούς στη διάπραξη των εγκλημάτων, που ανθούν και θάλλουν, σήμερα, στη χώρα μας, λόγω κατάρρευσης της οικονομίας της, θα έπρεπε να προκαλέσει την αυτεπάγγελτη δίωξή τους. Αν η πρόληψη, η περιστολή, η δίωξη και η τιμωρία των εγκλημάτων, εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, δεν είναι μέσα στα καθήκοντά τους, τότε, ποια άλλη δουλειά έχει ο δημόσιος κατήγορος;

Αυτοί οι διαβόητοι Χρυσοθήρες, τα γεννήματα εχιδνών που δαγκώνουν ύπουλα και δηλητηριάζουν το κοινωνικό σώμα, παρουσιάζονται σε εποχές που τα πάντα καταρρέουν και τίποτε δεν μπορεί να ελεγχθεί και η εξαθλίωση και η δυστυχία απλώνεται παντού, κυρίαρχα. Τότε έρχονται οι Χρυσοθήρες, αδίστακτοι και ανάλγητοι, όπως τα όρνια όταν μυριστούν θρασίμι, να σκυλέψουν πάνω στα πτώματα της δυστυχίας να τους αρπάξουν ό,τι ακριβό και πολύτιμο τους απόμεινε. Ο τρόπος που λειτουργούν είναι θρασύτατος και προκλητικός, παντελώς στερημένος από ηθική, εντιμότητα, οίκτο και όποιες άλλες αξίες χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο και τον ξεχωρίζουν απ’ το ζωικό βασίλειο. Έχουν αποθηριωθεί. Δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε. Είναι ικανοί και της Παναγίας τα μάτια να παζαρέψουν, αρκεί να έχουν διάφορο. Τι, το φτωχό, τον αδύνατο και τον αναγκεμένο θα λυπηθούν; Πάνω στο σώμα και στο πτώμα του θα πατήσουν για να φτάσουν το χρυσό, που κάνει το θησαυρό. Προσκυνούν μόνο τον κίτρινο, το δικό τους Θεό. Άλλο τίποτε ιερό και όσιο δεν υπάρχει γι’ αυτούς. Και, κυριολεκτικά, βομβαρδίζουν τον κάθε δυστυχή και κακότυχο, που τον δέρνει η ανέχεια και κυνηγούν οι ανάγκες κι οι οικογενειακές υποχρεώσεις με εκείνα τα διαφημιστικά χαρτιά, που θυμίζουν Σειρήνας λαλιά και κατοχικές προκηρύξεις με παχυλές αμοιβές για κατάδοση πατριωτών, να τρέξει στην αφεντιά τους να σωθεί, να βγάλει τη θηλιά απ’ το λαιμό. Κι εκεί του τη σφίγγουν πιότερο, του κάνουν αφαίμαξη και τον ξεγυμνώνουν, για ένα πιάτο φακές, σπρώχνοντάς τον στην απόγνωση και στον όλεθρο.

Μυριάδες καταστήματα έκλεισαν και τη θέση τους πήραν, βιαστικά, τα κάθε λογής χρυσοθηρικά. Δυστυχία από τη μια και εκμετάλλευση ανοικτίρμονη και απάνθρωπη απ’ την άλλη. «Ο θάνατός σου η ζωή μου» βρήκε για μια ακόμα φορά την επαλήθευσή του.

Τούτοι δω, οι σημερινοί αγιογδύτες, φέρνουν στο νου τους μαυραγορίτες της κατοχής. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι, άξιοι συνεχιστές βρωμερού έργου. Και καλά εκείνοι, που πώλησαν τη συνείδησή τους στον κατακτητή, που κάποια αντιπροσφορά περίμενε από αυτούς –και την είχε– και εξασφάλισαν τη συνδρομή του στο εγκληματικό έργο τους. Σήμερα, όμως, έχουμε ελευθερία και δημοκρατία και εξουσία για να μας παρέχει ασφάλεια και δικαιοσύνη, για να μας προστατεύει από το κακό και το άδικο και να κολάζει τους παράνομους, τους στυγνούς εκμεταλλευτές και όποιους διασαλεύουν την τάξη. Κι αντί γι’ αυτό βρισκόμαστε μπροστά στο παράδοξο, η εξουσία, το κράτος, να χορηγεί αφειδώς άδειες σε κλεπταποδόχους και εκμεταλλευτές της ανθρώπινης δυστυχίας και τους αφήνει ασύδοτους να αλωνίζουν την πατρίδα μας! Κι ο κάθε καλοπροαίρετος αναρωτιέται: Τι κάνει το κράτος μας; Κοιμάται μακάρια, έπαθε αναισθησία, προσβλήθηκε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, έχασε ακόμα και τη λογική του, έγινε αδιάφορος θεατής των τεκταινομένων; Αγνοεί ότι είναι ο μόνος υπεύθυνος και αρμόδιος να πατάξει –και όχι να συντρέξει– τέτοια νοσηρά φαινόμενα, που μειώνουν και προσβάλλουν το κύρος και την αξιοπρέπεια της πατρίδας μας και την εκθέτουν διεθνώς; Δεν εννοεί αυτό που εννοούν οι πάντες, μέχρι και τα μικρά παιδιά; πως αυτές οι δουλειές δεν είναι και τόσο καθαρές και στήνουν κρυφές παγίδες, και χρειάζονται ειδική μεταχείριση, ιδιαίτερη προσοχή και ασφυκτικό έλεγχο ώστε να μην έχουν περιθώρια για παρανομίες και εκμετάλλευση της ανθρώπινης δυστυχίας; Από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ακούστηκε ότι κάποιες τέτοιες επιχειρήσεις έβγαλαν στο εξωτερικό τόνους από χρυσάφι. Εξέτασε και ερεύνησε πώς έγινε αυτό; Αν διέθεταν δηλαδή νόμιμα στοιχεία, –που υποτίθεται πως τους χορηγήθηκαν απ’ το κράτος– ποια η προέλευσή του, με αποδεικτικά στοιχεία, αν και ποιους φόρους εισέπραξε το κράτος από αυτές τις εξαγωγές, σε τι ποσόν ανήλθε η αξία τους και σε ποια τράπεζα κατατέθηκε. Όλα αυτά πρέπει να έχουν απαντήσεις και εξηγήσεις από τα αρμόδια κρατικά όργανα. Αν όχι, προβάλλει μελαγχολικό το συμπέρασμα πως η χώρα μας είναι αμπέλι ξέφραγο, που οι πάντες, εκτός από τον κύριό του, μπορούν να μπαίνουν μέσα, ανενόχλητοι, και να τρυγούν. Και, δυστυχώς, όλα δείχνουν ότι αυτό συμβαίνει.

Ύστερα από όλα αυτά, που στα προηγούμενα εκθέσαμε, προκύπτει επιτακτικό το ερώτημα: Τι δέον γενέσθαι; Σ’ αυτό το ερώτημα δεν νομίζουμε ότι πρέπει να είναι κανείς σοφός για να απαντήσει. Είναι αρκετό να διαθέτει κοινόν νουν και λίγη γνώση.

Η περίπτωση αυτή έχει δυο σκέλη: Είναι άκρως ύποπτη, είναι και κερδοφόρα. Μιλούν γι’ αυτό τα άπειρα καταστήματα που ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια. Τούτου δοθέντος, οι άδειες από το κράτος έπρεπε να χορηγούνται με πολλή φειδώ, ύστερα από αυστηρούς και εξονυχιστικούς ελέγχους και παροχή και καταβολή εγγυήσεων, υπαγωγή τους σε ιδιαίτερη φορολογία και καταβολή τελών. Εξυπακούεται ότι πρέπει να υποχρεωθούν στην τήρηση βιβλίου θεωρημένου, όπου θα καταχωρείται κάθε είδος, που αποκτάται, στοιχεία, διεύθυνση και τηλέφωνο του προσφέροντος με πάσαν λεπτομέρειαν και συνεχής έλεγχος τουλάχιστον άπαξ της εβδομάδος από τις αρμόδιες αρχές και έκδοση δελτίων ή τιμολογίων αγοράς, που εκτός των στοιχείων θα αναγράφεται και το καταβληθέν τίμημα. Έτσι θα είναι εφικτή η επαλήθευση των στοιχείων ύστερα από επαφή με τους αρχικούς κατόχους ή δικαιούχους και η πρόληψη ή ο περιορισμός διαθέσεως κλοπιμαίων.

Επιτέλους, το κράτος πρέπει κάποτε να αφυπνιστεί και να βρίσκει τον τρόπο να περιφρουρεί τους πολίτες και τις περιουσίες τους και να εξουδετερώνει το κακό εν τη γενέσει του, περιφρουρώντας και τα δικά του οικονομικά συμφέροντα.

Ό,τι όμως και να κάνουμε δεν θα αποφύγουμε το διεθνή διασυρμό για το φαινόμενο άλλοι να δυστυχούν και άλλοι να τους εκμεταλλεύονται, με την άδεια και τις ευλογίες του κράτους!

Πάνος Λαζαρόπουλος
Τύμπανο 2 / Μάρτιος 2013

Τμήμα Ειδήσεων
Τμήμα Ειδήσεωνhttps://agriniovoice.gr
Ειδησεογραφία με έμφαση στο Αγρίνιο και την Αιτωλοακαρνανία. Επικαιρότητα, Θέσεις Εργασίας, Παναιτωλικός, Μικρές Αγγελίες. Με την υποστήριξη της Εβδομαδιαίας Εφημερίδας της Αιτωλοακαρνανίας «Αναγγελία».
spot_img

Διαβάστε επίσης: