Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Ο Καβάφης και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

Κοινοποίηση

kavafis

Του μεγάλου ποιητή το έργο είναι ανεξάντλητο – όσο και αν είναι ποσοτικά περιορισμένη η παραγωγή του. «Της ψυχής την άκρη δεν θα μπορέσεις να τη βρεις όσο δρόμο και αν βαδίσεις», έλεγε ο «σκοτεινός» Ηράκλειτος. Και του αληθινού ποιητή το έργο, που είναι «ξεχείλισμα ψυχής» έχει «βαθύν λόγον», κατά το Σολωμό. Και είναι φυσικό, στην άκρη του να μη φτάνει κανείς ποτέ. «Πολύψυχο» είναι το ποιητικό έργο του Καβάφη, το οποίο, με την εκπληκτική ιδιορρυθμία του, έγινε το κατ’ εξοχήν αντιλεγόμενο θέμα της κριτικής, στη νεότερη λογοτεχνία μας.

Ο Ευ. Παπανούτσος θεωρεί ότι πάνω από τον αισθησιακό και τον ιστορικό και τον κριτικό Καβάφη στέκεται και «στιχουργεί» ο διδακτικός Καβάφης, ένας ποιητής που με τη σπάνια ευαισθησία και την εμβρίθειά του κατόρθωσε να ανανεώσει και να καταξιώσει στους χρόνους του ένα παμπάλαιο, αλλά παραμερισμένο και αμφισβητούμενο είδος της ποίησης, την ποίηση τη διδακτική (Ε.Π. Παπανούτσου, Παλαμάς – Καβάφης – Σικελιανός, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 19855, σ. 121 – 25).

Στα υποβλητικότερα και στα τεχνικώς τελειότερα ποιήματα του Κ. Καβάφη, ανήκουν, χωρίς αμφιβολία, τα «Τείχη», τα οποία δεν έχουν την τυπική μορφή του διδακτικού ποιήματος, αλλά τόνο εξομολογητικό, μοιάζουν με εκμυστέρευση:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη.

Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω…

(Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, εκδ. Γιάννη Οικονόμου, Αθήνα χ.χ., σ. 62)

Ανεξάντλητα είναι, ως προς το περιεχόμενο, το Καβαφικό σύμβολο των «Τειχών», όπως κάθε γνήσιο ποιητικό σύμβολο. Επιδέχεται πολλές σημασιολογήσεις. Αντιχτυπά στην προσωπική εμπειρία του καθενός. Σε υψηλά «Τείχη» «φυλάκισαν» τον ελληνικό λαό, «χωρίς αιδώ», οι κάθε λογής «γνωστοί – άγνωστοι» «σωτήρες» του, σε καιρούς «δημοκρατίας». Με τα «Τείχη» του ο Καβάφης, άγγιζε κάτι πολύ βαθιά, καθολικά ανθρώπινο.

Δεν είναι στις προθέσεις μου ή αναλυτική προσέγγιση μέρους από το εκπληκτικό ποιητικό έργο του Αλεξανδρινού ποιητή. Ασχολήθηκαν μ’ αυτό επιφανείς επιστήμονες – μελετηρές, κατά καιρούς. Με αφορμή την ανακήρυξη του 2013 ως έτους Καβάφη – με τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννησή του – πρόθεσή μου είναι να καταθέσω κάποιες σκέψεις για τη θεώρηση του δημοτικού τραγουδιού, από τον Αλεξανδρινό ποιητή.

Μπορεί, κάπως, να ξαφνιάζει ο τίτλος των σκέψεών μου «Ο Καβάφης και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι», ή να γεννά μια φιλολογική «περιέργεια». Θα σημειώσω, όμως, πως στα χρόνια της πρώτης και της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, όταν θεμελιώνονταν οι λαογραφικές Σπουδές στην Ελλάδα, ο Καβάφης, από το παρατηρητήριό του της Αλεξάνδρειας, παρακολούθησε τόσο την ίδρυση της «Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας» (το 1909) από το Νικόλαο Πολίτη, όσο και τις έπειτα εκδόσεις της.

Οι εκτενείς βιβλιοκρισίες του για δυο από τις πρώτες συλλογές των δημοτικών μας τραγουδιών δείχνουν μια γενικότερη αντίληψη για το αισθητικό αντίκρισμα και την ιστορική εκτίμηση των λαϊκών εμπνεύσεων.

Οι πρώτη βιβλιοκρισία του ποιητή αφορούσε στη συλλογή του Ν.Γ. Πολίτη «Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» (1914) και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Αλεξάνδρειας «Νέα Ζωή», αμέσως το 1914. Η βιβλιοκρισία εντάχθηκε, ως Εισαγωγή, στην επανέκδοση των «Εκλογών», το 2005, από τις εκδόσεις Εκάτη. Η άλλη βιβλιογραφία αφορούσε στη συλλογή που εξέδωκε ο Μ. Μιχαηλίδης (Νουάρος) «Καρπαθιακά δημοτ. άσματα» (1913) και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας, το 1917.

Ο καθηγητής Μ.Γ. Μερακλής, γράφοντας τις κρίσεις του για τον «Πεζό Καβάφη», σημειώνει για τις δυο αυτές βιβλιοκρισίες: «Η παρουσίαση των «Εκλογών από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού» του Νικολάου Πολίτη, την ίδια χρονιά που δημοσιεύτηκαν…, αποκαλύπτει μιαν εντυπωσιακή και κυριολεκτικά απροσδόκητη γνώση – και προϋποτιθέμενη μελέτη – της δημοτικής ποίησης, από τη μεριά του Καβάφη… Οι συγκριτικές παρατηρήσεις του, οι αξιολογήσεις του, οι αλλεπάλληλες αναφορές του σε διάφορες πηγές είναι ενδεικτικές γνώσεις, που ξεπερνούν κατά πολύ την ερασιτεχνική περιέργεια…». (Μ.Γ. Μερακλής, «Μέρες του ποιητή Κ.Π. Καβάφη», Τετράδια Ευθύνης, αρ. 19, Αθήνα 1983, σ. 128 – 29).

Οι διαπιστώσεις αυτές του Μερακλή, τονίζουν σωστά κάποιο ξάφνιασμα του Καβάφη από τα «εύμορφα», τα «έξοχα» και τα «λιτά» στοιχεία της δημοτικής μας ποίησης.

Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τις δυο βιβλιοκρισίες. Για τα τραγούδια της «αγάπης», πρώτα, των «Εκλογών» του Πολίτη: «…Απ’ όσες παραλλαγές εδιάβασα του άσματος «Η Κατάρα της Απαρνημένης», οι πιο αισθητικές για μένα, είναι αυτές οι δυο που παραθέτει ο Πολίτης. Μ’ αρέσει όμως και το Κυπριακό κείμενον, που ετύπωσεν ο Σακελλάριος. Εις αυτό η απαρνημένη δείχνει περισσότερην οργήν εναντίον του αγαπητικού της× μετρώντας και μοιράζοντας 25 πήχεις από το άθλιο πανί της, προσθέτει αμείλικτη: «Τες άλλες αποδέλοιπες βάλλω το σάβανόν του». Και προσθέτει ο Κ.:

Η αναζήτησις της πηγής του ποιήματος θα μας φέρει σ’ εποχή μακρινή× στην «Ρίματα της αγάπης», κείμενον του 16ου αιώνος. Έχει στίχους, που το ενθυμίζουν…» (Κ.Π. Καβάφης, Πεζά. Παρουσίαση, σχόλια Γ.Α. Παπουτσάκη, εκδ. Γ. Φέζης, Αθήνα 1963, σ. 118-19).

Για τα τραγούδια της ξενιτειάς, σημειώνει:

«Με κάμνεις εντύπωσι… η βαθειά των λύπη, η μεγάλη οδύνη της αναχωρήσεως. Κάπως περίεργα με φαίνονται, σ’ έναν λαό, σαν τον δικό μας, που έτσι εύκολα και θαρραλέα, σχεδόν αμέριμνα ξενιτεύεται:

Την ξενιτειά την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη,

τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα είν’ τα ξένα. (Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τα Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού λαού, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2005, σ. 17)

Και για τα «Μοιρολόγια», σημειώνει:

«Την σειρά των «Μοιλογιών» επίσης θα την ήθελα με περισσότερα άσματα. Απ’ όλη μας την δημοτική ποίησι τα μοιρολόγια μ’ ελκύουν πιότερο. Στην συγκίνησί των αφίνομαι, κ’ η υπερβολή του θρήνου των είναι έτσι όπως την ζητεί η ψυχή μου× στον θάνατον εμπρός τέτοιον καϋμό θέλω…» (Νικόλαος Γ. Πολίτης, ό.π., σ. 17).

Και κάποιες περικοπές και από τη βιβλιογραφία για τα «Καρπαθιακά δημοτικά άσματα»:

«Η Καρπαθιακή παραλλαγή της «Κακής Μάννας» είναι συντομώτερη από την παραλλαγή που δημοσιεύει ο κ. Πολίτης στις «Εκλογές» του. Τούτο ίσως αυξάνει την ενάργειαν× αλλά της λείπουν θαυμάσιοι στίχοι, που έχει το κείμενον του κ. του Πολίτον (Κ.Π. Καβάφης, Πεζά, ό.π., σ. 129).

Και αλλού, σημειώνει για το ιστορικό τραγούδι που τον συγκινεί:

«Υπό τον τίτλον «Διάφορα» βρίσκουμε στην συλλογή του κ. Μιχαηλίδη ένα ιστορικόν άσμα. Είναι για την ναυμαχία, στο 1789, του Λάμπρου Κατσώνη κατά του Οθωμανικού στόλου. Δεν έχει ποιητικήν αξίαν× αλλ’ ο,τιδήποτε ανάγεται στον Λάμπρο Κατσώνη ελκύει την προσοχή…» (Κ.Π. Καβάφης, Πεζά, ό.π., σ. 135).

Βέβαια, τις δύο βιβλιοκρισίες του Καβάφη, που τεκμηριώνουν το ενδιαφέρον του ποιητή για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, τις έχουν επισημάνει οι μελετητές. Αν, όμως, δεν υπήρχε ένα, παραδοσιακότατα, εμπνευσμένο ποίημα του Καβάφη, το περίφημο «Πάρθεν», που αναφέρεται στο «πάρσιμο» της Πόλης, το 1453, το ενδιαφέρον αυτό θα το εντάσσαμε στη γενικότερη πνευματική του σκευή× όχι στην ποιητική του εργαλειοθήκη.

Το ποίημα γράφτηκε το 1921 και πρωτοδημοσιεύθηκε το 1968 από το Γιώργο Σαββίδη (Κ.Π. Καβάφη, Ανέκδοτα ποιήματα 1882 – 1923 (επιμ. Γ.Π. Σαββίδη), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1968, σ. 183 – 85).

Ακολούθησαν πολλά και δικαιολογημένα σχόλια για το ποίημα αυτό, και από τους νεότερους, με ειδική κάποτε πραγμάτευση των ποικίλων στοιχείων του (Δημήτριος Λουκάτος, «Ο Καβάφης και η Λαογραφία», Λαογραφία 33 (1982 – 84), σ. 346 – 59).

Αυτό που από την πρώτη στιγμή διακρίνει ο αναγνώστης στο ποίημα είναι η ενσωμάτωση σ’ αυτό στίχων δημοτικού τραγουδιού και μάλιστα σε διάλεκτο – ήδη από τον τίτλο: Πάρθεν. Πέρα, όμως, από την ενσωμάτωση και πέρα από το μέγεθός της ή μάλλον πριν από τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, την αίσθηση μοναδικότητας που μας αφήνει το Πάρθεν τη χρωστάμε στο είδος του υλικού που ενσωματώνεται: στο πόσο το υλικό αυτό αποκλίνει γλωσσικά από το περιβάλλον του× στο βαθμό, τον υψηλό βαθμό ιδιωματικότητας× όπως το λέει ο ίδιος ο ποιητής στο στίχο 12, στην παράξενη γλώσσα, στο Τραπεζουντιακό γλωσσικό ιδίωμα (Ξ.Α. Κοκόλη, «Γλωσσική ασυμβατότητα, ποιητική τεχνική και πολιτική εγρήγορση, στο «Πάρθεν του Καβάφη», Διαβάζω (1983), σ. 61 – 73):

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά× δικά μας, Γραικινά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την× πήραν την Σαλονίκη».
Και την φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια

«Πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, την πήραν την× πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πολύι «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιαννίκας εν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σιτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς να βάι εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Κώστας Δ. Κονταξής
Πανεπιστημιακός δάσκαλος
Τύμπανο 3 / Απρίλιος – Μάιος 2013

Τμήμα Ειδήσεων
Τμήμα Ειδήσεωνhttps://agriniovoice.gr
Ειδησεογραφία με έμφαση στο Αγρίνιο και την Αιτωλοακαρνανία. Επικαιρότητα, Θέσεις Εργασίας, Παναιτωλικός, Μικρές Αγγελίες. Με την υποστήριξη της Εβδομαδιαίας Εφημερίδας της Αιτωλοακαρνανίας «Αναγγελία».
spot_img

Διαβάστε επίσης: