Όσα λάθη κι αν έκανε η κυβέρνηση, κανένα πρόβλημα δεν θα υπήρχε, αν η Δημοκρατία διέθετε θεσμούς που, ασκώντας κριτική, θα καταδείκνυαν το επείγον μιας εναλλακτικής λύσης.

Όμως οι θεσμοί δεν υπάρχουν.

Ή μάλλον, υπάρχουν, αλλά υπολειτουργούν.

Από τότε που ο Τσίπρας βάφτισε “¨θεσμούς” την “Τρόικα” για να παραπλανήσει τον λαό, οι θεσμοί της Δημοκρατίας δεν έχασαν μόνο την παραδοσιακή ιδιότητά τους, αλλά και την ψυχή τους την ίδια.

Από τότε που η κριτική του Τύπου απέναντι στην κυβέρνηση του Τσίπρα ταυτίστηκε με τα συμφέροντα, η Δημοκρατία έχασε τον βασικό της πυλώνα. Και παραπαίει.

Η κριτική του Τύπου, αντί να ενοχοποιεί, ενοχοποιείται.

Κι αυτοί που για κομματικές σκοπιμότητες διόγκωσαν μία αδυναμία του Τύπου για να τον ταυτίσουν συνολικά με τα συμφέροντα, διέπραξαν έγκλημα. Όχι μόνο κατά της Δημοκρατίας, αλλά κατά της ίδιας της ζωής.

Διότι αυτό που έκαμαν, εξασφαλίζει βιωσιμότητα στην πιο ανίκανη κυβέρνηση.

Όταν στην Δημοκρατία η κυβερνητική αλλαγή μπορεί να γίνει μόνο στον συνταγματικό χρόνο των εκλογών, σημαίνει πρακτικά ότι η Δημοκρατία έχει ανεπαισθήτως καταλυθεί, όταν ολοφάνερα ποδοπατάει την αλλαγή γνώμης του λαού. Μια σειρά τραυμάτων που υπέστη από την “εποχή των παχιών αγελάδων” ακόμη, την εξασθένησαν και την γκρέμισαν άπνοη στις λάσπες.

Πέρα όμως από τα παράλογα καμώματα της κυβέρνησης που συνεχίζουν να πλήττουν το άψυχο πια σώμα της Δημοκρατίας, μπορούμε να δούμε τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος εν συνόλω. Η δομή των κομμάτων της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, των κοινοβουλευτικών και των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων, η ανάδειξη της ηγεσίας τους, η συντήρηση των ιδίων προσώπων στην αρχηγία, είναι μέρος του δικού μας προβλήματος.

Αν η “Δημιουγία Ξανά” του Θάνου Τζήμερου λειτουργεί ή δεν λειτουργεί δημοκρατικά στο εσωτερικό της, παρά το γεγονός ότι δεν έχει έδρες στη Βουλή, είναι ζήτημα, σοβαρό ζήτημα της Δημοκρατίας. Πολλώ δε μάλλον η εσωτερική δημοκρατία του κόμματος που κυβερνά. Απόδειξη; Η δυσκολία της κυβέρνησης (και η καταστροφική για την οικονομία καθυστέρηση) να φέρει ένα νόμο στη Βουλή, αν προηγουμένως δεν “κάνει μασάζ” στο κόμμα. Το “μασάζ” σημαίνει συναλλαγές. Κάθε είδους συναλλαγές.

Ο τρόπος που διαλέγεται και αποφασίζει το κυβερνητικό κόμμα (ή το εξωκοινοβουλευτικό κόμμα που εν ενδυνάμει μπορεί να γίνει κυβερνητικό) ενδιαφέρει άμεσα τους οπαδούς όλων των άλλων κομμάτων, αλλά και τους πολίτες που δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα.

Στην περίπτωση που αυτός ο όρος δεν υπηρετείται, από αμέλεια ή από δόλο, η πολιτική τάξη καταλύεται, μαζί δε με αυτήν η Δημοκρατία.

Και δεν μπορεί κανείς να πατήσει πάνω σ’ αυτό για “να βάλει χέρι” στον Τύπο. Ούτε η λειτουργία των κομμάτων, ούτε η λειτουργία του Τύπου μπορούν να ρυθμιστούν μόνο από το κόμμα που κυβερνά. Σε θεσμικά ζητήματα απαιτείται η συμμετοχή όχι μόνο των κομμάτων όλων, αλλά και των μεγάλων συλλογικών οντοτήτων, δηλαδή των κοινωνικών θεσμών.

Όποιο κόμμα εκμεταλλεύεται την κυβερνητική του θητεία για να επιβάλλει την δική του φιλοσοφία στον Τύπο ή σε άλλους θεσμούς της Δημοκρατίας (και το κάνει χωρίς ευρύ διάλογο) αυθαιρετεί, αλλά η αυθαιρεσία του αυτή δεν διαφέρει από την διοίκηση του δικτάτορα.

Με βάση αυτά τα ζύγια, η κυβέρνηση Τσίπρα δεν άξιζε την εκτίμησή μας ούτε πριν, ούτε μετά τις πρώτες και τις δεύτερες εκλογές του 2015, πολλώ δε μάλλον σ’ αυτό τούτο το “δημοψήφισμα”, αφού η διενέργειά του δεν ήταν παρά ένα κομματικό τερτίπι, ΔΕΝ αφορούσε το λαό που σύρθηκε στην κάλπη ως άλλοθι νομιμοποίησης. Πράγμα που σημαίνει ότι ο λαός έχει λάθος κριτήριο. Αναρωτιέται κανείς πού πήγε τάχα το περίφημο ένστικό του…

Τώρα δε, που ως κυβέρνηση απέδειξε ο Σύριζα τον πραγματικό χαρακτήρα της αντιμνημονιακής του λογικής, αξίζει την απόρριψη του λαού, έλα όμως που (όπως λένε οι νομικοί ακόμα και για την δικτατορία) “δημιουργεί δίκαιο”. Που δεν αφορά τον Σύριζα, αλλά την ίδια την Δημοκρατία πάλι, αφού το κυρίαρχο πλέον λαϊκό αίσθημα θέτει εν αμφιβόλω το γνωστό ρεφρέν ότι “στην Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”…

Φως φανάρι: Στη Δημοκρατία υπάρχουν και παραϋπάρχουν αδιέξοδα! Ιδού: Ο Σύριζα έπρεπε να έχει πέσει χθες, δεν έπεσε ούτε σήμερα, και δεν θα πέσει ύτε αύριο.

Ε, αυτό είναι αδιέξοδο!

“Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε”… Μήπως για να κολακέψουμε τον λαό που τάχα μου «ψηφίζει σοφά»; Ή μήπως να τον παρηγορήσουμε που – σε μια στιγμή θυμού – επέλεξε το κόμμα που κυβερνά;

Έτσι το έκαναν παλιότερα οι επικοινωνιολόγοι των “κομμάτων εξουσίας”… Αυτό ήταν το μετεκλογικό επιμύθιο για τις προεκλογικές υποσχέσεις που δεν θα εφαρμόζονταν ποτέ…

Την ώρα που οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν από έλλειψη οξυγόνου, επειδή καθυστερεί ένα χρόνο τώρα η αξιολόγηση, μπορούμε να πούμε σε υψηλούς τόνους ότι η Δημοκρατία έχει και παραέχει αδιέξοδα.

Είναι καιρός να δούμε κατάματα πλέον αυτά τ’ αδιέξοδα της Δημοκρατίας. Που, φυσικά, κινούνται πέρα από την στενή κομματική προτίμηση του καθενός.

Γιατί αν δεν μπορούμε να ρίξουμε σήμερα τον Τσίπρα, δεν θα μπορούμε να ρίξουμε αύριο τον Μητσοτάκη.

Το να μη μπορεί ένας λαός να ρίξει την κυβέρνηση που επέλεξε μεν, άλλαξε γνώμη δε, άρα θέλει να την αλλάξει και δεν μπορεί να το κάνει… δεν συνιστά μόνο αδιέξοδο της Δημοκρατίας, αλλά συλλογική αυτοχειρία.

2c - Coffee & Cigarettes

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ