Ένας στους τέσσερις γάμους καταλήγει σε διαζύγιο, βάση στατιστικών. Η λύση ενός γάμου δεν αφορά, τις περισσότερες φορές, μόνο το ζευγάρι που αποφασίζει να πάρει διαφορετικούς δρόμους. Ερευνητές έχουν ασχοληθεί με όλες τις εκφάνσεις ενός διαζυγίου, από τις πιθανές αιτίες χωρισμού μέχρι το ποιος «ζημιώνεται» περισσότερο.

Η κοινωνιολόγος Arielle Kuperberg από το πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, θέλησε να εξετάσει τη σύνδεση μεταξύ της συγκατοίκησης ενός ζευγαριού και του διαζυγίου. Συνέκρινε τις σχέσεις ζευγαριών βασιζόμενη στη διάρκεια που αυτά έμεναν μαζί πριν από το γάμο. Xρησιμοποίησε τρία σετ δεδομένων που συγκέντρωσε από την έρευνα που διεξήγαγε η αμερικανική κυβέρνηση γύρω από θέματα οικογενειακής ανάπτυξης και συνέκρινε τις πληροφορίες για περισσότερους από 7000 ανθρώπους, οι οποίοι είχαν παντρευτεί τουλάχιστον μια φορά. Εξέτασε συγκεκριμένα, το πότε συγκατοικούσε ένα ζευγάρι με το αν και πότε έπαιρνε διαζύγιο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε καμία σχέση ανάμεσα στα ποσοστά διαζυγίων και τη συγκατοίκηση πριν από το γάμο, διαψεύδοντας προηγούμενες έρευνες που ήθελε τα ζευγάρια «να παντρεύονται λόγω συνήθειας».

Εφόσον υπάρξει ένα διαζύγιο ποια είναι η επόμενη μέρα; Εάν σε ένα ζευγάρι δεν υπάρχουν παιδιά είναι –ίσως- πιο εύκολα τα πράγματα. Όταν υπάρχουν όμως; Τις περισσότερες φορές η λύση έρχεται μέσα από τις δικαστικές αίθουσες.  2,9 εκατομμύρια παιδιά ζουν σήμερα με τον ένα από τους δύο γονείς τους.Το 34% των γονιών διαφωνούν ως προς την κηδεμονία, το 39% ως προς της μέρες επίσκεψης ενώ το 61% για θέματα σχετικά με την διατροφή και την εκπαίδευση.

Μια γαλλική έρευνα που πραγματοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου σε 1137 ενήλικες χωρισμένων οικογενειών έδειξε ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων βίωσε τον χωρισμό των γονιών του ως ένα μεγάλο σεισμό που ισοπέδωσε τα πάντα το συναίσθημα, την εμπιστοσύνη, την ευτυχία και την ελπίδα για μία κοινή ζωή με το σύντροφό τους.
Το 52% των συμμετεχόντων πιστεύει ότι η βασικότερη αιτία ενός διαζυγίου είναι η απιστία, ενώ οι μισοί σχεδόν εκτίμησαν ότι ο χωρισμός των δικών τους ήταν ένα λάθος που μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Ενώ ως συνώνυμη έννοια του διαζυγίου χρησιμοποιούσαν την «αποξένωση».

Ο ρόλος των γιαγιάδων και των παππούδων είναι για τα παιδιά των χωρισμένων γονιών παίζει σημαντικό ρόλο. Το 56% περίμενε από αυτούς υποστήριξη, προσοχή και αγάπη ενώ το 36% τόνισε ότι συχνά οι γιαγιάδες και οι παππούδες δυσκόλευαν περισσότερο τη κατάσταση. Αλλά και το βιοτικό επίπεδο άλλαζε με το 74% να υποστηρίζει ότι το διαζύγιο των δικών τους επέφερε σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Ενώ το 80% υποστήριξε ότι θα ήταν καλό οι γονείς να ρωτούσαν το παιδί με ποιον από τους δύο γονείς θα ήθελε να μείνει στην περίπτωση που το τελευταίο είναι σε θέση να απαντήσει. Το 40% των παιδιών δεν διατήρησαν ομαλές σχέσεις με τον γονιό που δεν είχε την επιμέλεια, συνήθως τον πατέρα. Ωστόσο το 90% ξαναβρήκε τον «χαμένο» πατέρα κάποια χρόνια αργότερα.

Ένα διαζύγιο δρα ποικιλοτρόπως στη ψυχοσύνθεση ενός παιδιού. Παρατηρούνται αλλαγές στη συμπεριφορά τους. Είναι ευάλωτα στα συναισθήματά τους, ενώ φοβούνται πως ανά πάσα στιγμή θα χάνουν ανθρώπους που αγαπούν χωρίς να ξέρουν το γιατί, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των παιδιών θεωρούν τον εαυτό τους υπεύθυνο για ότι έχει συμβεί. Μια χαρακτηριστική φοβία είναι πως δε θα ήθελαν ποτέ να δημιουργήσουν μια αποτυχημένη οικογένεια και παιδιά που θα πρέπει να μεγαλώσουν όπως τα ίδια. Σύμφωνα με έρευνα, το 77% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι μετά το διαζύγιο των γονιών του αισθάνθηκε σκληρά εγκαταλελειμμένο. Μία εγκατάλειψη την οποία το 56% «ξέσπασε» στις σπουδές του, το 41% στην επαγγελματική του ζωή ενώ το 88% στα προσωπικά του. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες δήλωσαν ότι το διαζύγιο των γονιών τους επέφερε σοβαρά προβλήματα και στην δική τους προσωπική ζωή με το 25% των εικοσιπεντάρηδων να έχει ήδη δοκιμάσει ένα δυνατό προσωπικό χωρισμό.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ