Οι Εκδόσεις Αρμός, ο Δήμος Αγρινίου και το βιβλιοπωλείο «Βιβλιοτρόπιο» παρουσιάζουν το μυθιστόρημα των Δημήτρη Τζουβάλη & Αρσινόης Σερμιντζέλη “Ποιος σκότωσε τον θεό του Έρωτα;” το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 στις 20:00΄ στην Αίθουσα πρώην κτιρίου Τράπεζας Ελλάδος Αναστασιάδη 1, Αγρίνιο. Για το βιβλίο θα μιλήσει η φιλόλογος και συγγραφέας Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου, ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει ο συγγραφέας Δημήτρης Τζουβάλης. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Πάνος Σόμπολος.

Συνέντευξη του Δημήτρη Τζουβάλη στην Εφημερίδα “Αναγγελία”

Υπήρξε κάποιο κίνητρο για να γράψετε το νέο σας βιβλίο;

Oι σαρωτικές αλλαγές που επέφερε στην κοινωνία, στα ήθη αλλά και στον τρόπο ζωής των ανθρώπων η μεγαλύτερη μεταπολεμική επένδυση που έγινε στην Ελλάδα την δεκαετία του 60, αποτέλεσε την αφορμή για την συγγραφή του βιβλίου. Δημιουργήθηκε μια κοινωνίας με έντονες διακρίσεις, καθώς η ιεραρχία του εργοστασίου μεταφέρονταν και στον εργατικό οικισμό. Μια πόλη που είχε προβλεφτεί να ξεχωρίζουν οι εργάτες από τους προϊσταμένους, οι προϊστάμενοι από τους διευθυντές, οι Γάλλοι από τους Έλληνες, με άπειρες μεταξύ τους διαστρωματώσεις. Κανείς από τους κατοίκους δεν είχε τη δυνατότητα ν’ αποκτήσει ρίζες στον τόπο, καθώς η παραμονή του στην πόλη ήταν άρρηκτα δεμένη με την αρχή και το τέλος της εργασιακής του ζωής. Και η έλλειψη κοιμητηρίου συνεπικουρούσε σ’ αυτόν το σχεδιασμό. Ήταν η μόνη πόλη της Ελλάδας που δεν είχε τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά αυτό μπορεί να καταχωρηθεί και στα θετικά της. Ο πλούτος που έρρεε στην πόλη, απλόχερος και πασιφανής, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες, σε λαϊκές και ιδιωτικές συναθροίσεις και γλέντια, ο απότομος πλουτισμός και η ως εκ τούτου συμπεριφορά των ανθρώπων, ήταν μια πρόκληση για περιγραφή και ανάλυση.

Πείτε μας λίγα λόγια για το «Ποιος σκότωσε τον Θεό του Έρωτα».

Ένας γιος έρχεται από το παρόν, το έτος 2000 στην περιοχή, για πρώτη φορά, κι ανατρέχει στο παρελθόν ψάχνοντας τον δολοφόνο του πατέρα του.
Παράλληλα ένας νεαρός εργάτης ξεκινάει από το παρελθόν, 1963, και περιγράφει τα γεγονότα.
Σ’ ένα μικρό ψαροχώρι με 300 ψυχές να το κατοικούν, αμέριμνες, απείραχτες, αυτάρκεις, έχουν το ψωμί, το κρασί και το λάδι τους, ενσκήπτει σαν λαίλαπα μια κοσμοπλημύρα 8000 Γάλλων, Ιταλών, Γερμανών, Ισπανών ειδικευμένων κατασκευαστών εργοστασίων αλουμινίου. Επίσης, «αλλοδαποί» ανειδίκευτοι εργάτες από όλα σχεδόν τα λιμοκτονούντα χωριά της Ελλάδας, καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης που είχε απομείνει χωρίς ανθρώπινη παρουσία.
Η σκληρή δουλειά, το άφθονο χρήμα, οι πρωτόγνωροι έρωτες των αυτοχθόνων με τις νεαρές μυρωδάτες ακόλουθες των ευρωπαίων εργατών, οι έρωτες των ευρωπαίων με τις σφριγηλές χωριατοπούλες, συνθέτουν έναν ορυμαγδό κοινωνικών αλλαγών…

Ο μυστηριώδης φόνος, οι τρυφερές αγάπες, οι περιπαθείς έρωτες, γίνονται οχήματα για να μεταφέρουν πληροφορίες, ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές συγκρούσεις, φυλετικές διαφορές, διακρίσεις πολυεπίπεδες, με τρόπο εύληπτο, ώστε το μυθιστόρημα να μπορεί να διαβαστεί εύκολα απ’ όλους τους αναγνώστες…

Το μυθιστόρημα βασίζεται σε 700 συνεντεύξεις, που πάρθηκαν από απλούς εργάτες της εταιρείας, μέχρι τον πρόεδρό της. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να γίνει κάτι τέτοιο;

Ήταν μια επίπονη, ενδιαφέρουσα και ευχάριστη ενασχόληση. Το να μιλάς με ανθρώπους και να τους ζητάς να παρουσιάσουν τη ζωή τους, είναι σα να ανοίγεις μυστηριώδεις πύλες, που σε οδηγούν σε τόπους άγνωστους, με κύριο χαρακτηριστικό τους τη γνώση και τη σοφία. Και η σοφία, όπως και η γνώση, συνήθως κουβαλούν μαζί τους πολλή οδύνη και ψήγματα μόνο χαράς. Η μεγάλη δυσκολία είναι να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους, να δημιουργήσεις τις κατάλληλες συνθήκες, διαφορετικές για τον καθένα, ώστε ν’ ανοίξουν την ψυχή τους και να σε κεράσουν από το κρασί της. Μέσα από τις διηγήσεις πρέπει να μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια από τον μύθο.
Αποτελεί μια πνευματική δουλειά 17 ετών και ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν τα τεχνικά μέσα για τις συνεντεύξεις, που την εποχή εκείνη δεν είχαν τις σημερινές ευκολίες. Έπρεπε να μαγνητοφωνείς, να απομαγνητοφωνείς, να ταξινομείς τις σημειώσεις. Η συγγραφή στο τέλος, κατατάσσεται στα ευχάριστα της ενασχόλησης.

Από που αντλείτε έμπνευση για τα βιβλία σας; Έχετε επηρεαστεί από την εποχή της οικονομικής κρίσης;

Συνήθως η έμπνευση αντλείται από το περιβάλλον, ζυμωμένη με πολλή φαντασία, καθώς οι συγγραφείς είναι και παραμυθάδες.

Με την αείμνηστη Αρσινόη Σερμιντζέλη πότε γνωριστήκατε, (που σπουδάσατε μαζί στην Ουψάλα), και πως προέκυψε η συνεργασία;

Η Αρσινόη έρχεται από την περίοδο των εφηβικών χρόνων, στην αρχή ως φίλη της αδερφής μου και ύστερα ως σύζυγός μου. Ως εκ τούτου και η συνεργασία. Στην αρχή της δεκαετίας του 70, φύγαμε για τη Σουηδία. Επιστρέφοντας το 80 εργαστήκαμε στο Αλουμίνιο της Ελλάδος στα Άσπρα Σπίτια. Μετά από άλλα βιβλία που έγραψε ο καθένας ξεχωριστά, το 2000, πήρε σειρά και το “Ποιος σκότωσε το Θεό του Έρωτα”, που αποφασίσαμε να το γράψουμε μαζί. Δυστυχώς η Αρσινόη έφυγε το 2007.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Η Αρσινόη Σερμιντζέλη γεννήθηκε το Μάρτιο του 1950 στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου και μεγάλωσε στο Αγρίνιο, στα σχολεία του οποίου έμαθε γράμματα. Σπούδασε μαθηματικά στατιστική και πληροφορικής στο πανεπιστήμιο της Ουψάλα Σουηδίας. Παρακολούθησε επίσης και μαθήματα κοινωνιολογίας. Από το 1980 μέχρι και το θάνατό της έζησε στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Μαζί με άλλους λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό «Εμβόλιμον, εγχειρίδιο λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας». Έγραψε τρία μυθιστορήματα και δύο διηγήματα. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2007 σε ηλικία 57 ετών.

Ο Δημήτριος Τζουβάλης γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου τον Μάρτιο του 1946. Βασική εκπαίδευση στην Κατούνα, Γαλαξείδι, Αμφιλοχία, Αστακό και Αγρίνιο. Σπούδασε μαθηματικά, Πληροφορική και Ρομποτική στην Uppsala Σουηδίας. Έχει γράψει ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και θέατρο. Σύνολο βιβλίων 21. Το 1970 εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό “Σύνθεση”. Το 1989 ίδρυσε μαζί με τους λογοτέχνες Αρσινόη Τζουβάλη, Αργύρη Λιόλιο και Δημήτρη Φαφούτη το περιοδικό “Εμβόλιμον”. Ασχολήθηκε από το 1985 με το ερασιτεχνικό θέατρο Επίσης ασχολήθηκε με την κεραμική.

Μελοποιημένοι στίχοι:

«Οι πονεμένες οι καρδιές», (μουσική Δ.Λίβανος – ερμηνεία Μαριώ). «Ορφέας», (μουσική Δ. Λίβανος – Ερμηνεία Μανώλης Λιδάκης). «Πιες Ελλέβορο», (Μουσική: Δημήτρης Λίβανος, Ερμηνεία: Παναγιώτης Παπαγεωργίου, Στίχοι: Δημήτρης Τζουβάλης-Δήμητρα Παρασχαράκη).