Γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος

Η καπνοκαλλιέργεια, στην Αιτωλοακαρνανία και ειδικότερα στην περιοχή του Αγρινίου, χαρακτηρίζονταν από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα ως μια μεγάλη εμπορική και παραγωγική ανάπτυξη στον τόπο μας. Άρθρα, με όλη την ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στον τόπο μας, έχουν γραφτεί και έχουν αναρτηθεί από πολλούς αρθρογράφους στο παρελθόν.

Στο Αγρίνιο, ακόμα και σήμερα, συναντάμε τις μεγάλες καπναποθήκες, Παπαστράτου, Παπαπέτρου, Παναγόπουλου και άλλων, εκεί που «στοιβάζονταν» τόνοι καπνού στο τέλος της καλλιέργειας και οι μεγάλοι αυτοί έμποροι προωθούσαν τα δέματα του καπνού για επεξεργασία τόσο στο εσωτερικό της Χώρας όσο και στο εξωτερικό.

Χιλιάδες ήταν οι εργάτες που απασχολούταν στη διαδικασία αυτή κερδίζοντας το μεροκάματο της καθημερινότητας για την οικογένεια. Έτσι, μέσα από την διαδικασία της καπνοκαλλιέργειας, αναπτύχθηκε για δεκαετίες η Αιτωλοακαρνανία δημιουργώντας παράλληλα και μεγάλους ευεργέτες που βοήθησαν ποικιλοτρόπως τον τόπο τους.

Προερχόμενος και εγώ από οικογένεια με λίγα καπνοχώραφα, μου έρχονται στη σκέψη μου σκηνές της δεκαετίας του 1970. Τέτοια εποχή, με τις οδηγίες των γονιών μας, «πέφταμε με τα μούτρα» στα καπνοχώραφα για το μάζεμα, στη συνέχεια το «αρμάθιασμα» φύλλο – φύλλο, το άπλωμα στις «λιάστρες» και την παρατήρηση του πατέρα, «μην αρμαθιάζεις τα άχρηστα και σάπια φύλλα, δεν θα μας πάρει ο έμπορας τον καπνό…».

Αυτή την εποχή όλοι οι χωριανοί βρίσκονταν συνεχώς «στο πόδι» έως ότου τελειώσει η όλη διαδικασία της καπνοσυλλογής και στη συνέχεια το φθινόπωρο ο πατέρας περίμενε τον έμπορα για την αγορά του καπνού και την είσπραξη των χρημάτων.

Σκληρή και μονότονη η δουλειά του καπνοκαλλιεργητή, με μικρό κλήρο γης ζούσε όλη η οικογένεια που βρίσκονταν στο χωράφι από το Φεβρουάριο με το φύτεμα του σπόρου στις βραγιές, στη συνέχεια το φύτεμα στο χωράφι, ακολουθούσε το σκάλισμα, το μάζεμα, το αρμάθιασμα, η λιάστρα και μετά η δεματοποίηση. Στην καπνοφύτισσα μάνα, ο δικός μας ποιητής Πάνος Χατζόπουλος, της γράφει:

Μάνα μου, βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι το κόκκινο, που τόκανε σταχτύ σαν καταχνιά η μαύρη κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι, όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά…

Σήμερα, μετά από τόσες δεκαετίες, οι καπνοκαλλιεργητές ελαττώθηκαν πάρα πολύ, στο χωριό λίγοι είναι αυτοί που καλλιεργούν καπνό. Μεσολάβησαν δύσκολα χρόνια, πολλά παιδιά έφυγαν από την «καπνόριζα» για σπουδές ή για άλλους προορισμούς με επαγγέλματα για την καλή διαβίωση και το μεγάλωμα της οικογένειας.

Η καλλιέργεια και η εμπορική επεξεργασία του καπνού άλλαξε ριζικά και από την χειροποίητη φθάσαμε στη μηχανοποιημένη καλλιέργεια. Τα εργατικά χέρια στην οικογένεια μειώθηκαν, τα έξοδα πολλαπλασιάστηκαν και όμως οι ελάχιστοι καπνοπαραγωγοί στο χωριό σήμερα, είναι οι «τραγικές φιγούρες» που έχουν απομείνει «αβοήθητοι» από την πολιτεία και με τη «θηλιά του έμπορα στο λαιμό» ο καπνοκαλλιεργητής τριμελούς οικογένειας δουλεύει για επτά ευρώ μεροκάματο την ημέρα… και ο κίνδυνος ελλοχεύει να «πεταχτεί» όλη η σοδιά λόγω έντονων καιρικών φαινομένων ή άλλων παρεμβάσεων.

Ζωντανή μαρτυρία καπνοκαλλιεργητών από την Τοπική Κοινότητα του Δήμου Αγρινίου, το Κάτω Κεράσοβο, δύο οικογένειες ομολογούν ότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα που γράφεται το άρθρο αυτό, δεν έχουν πάρει τα περσινά χρήματα και ο αγώνας επιβίωσης συνεχίζεται.

Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η υπογραφή σύμβασης με τον έμπορο, για τη σοδιά της επόμενης χρονιάς, που καθορίζετε στην ίδια σύμβαση και με απαιτητικές δεσμεύσεις από πλευράς του εμπόρου. Εδώ καλλιεργείται η ποικιλία Σ53 και ο καλλιεργητής υποχρεούται να παραδώσει ορισμένα κιλά και η τιμή θα εξαρτηθεί από την ποιοτική σύνθεση του καπνού. Σε μια τριμελή οικογένεια που αντιστοιχούν περίπου 1500 κιλά καπνού αν αφαιρέσουμε τα έξοδα που θα καταναλώσει από την αρχή μέχρι το τέλος της καλλιέργειας και σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς θα του μείνουν τα μισά χρήματα τα οποία ερμηνεύονται σε επτά ευρώ την ημέρα.

Αυτή είναι η σημερινή ζωή του καπνοκαλλιεργητή και σε καμία περίπτωση δε μιλάμε για ποιότητα ζωής, όλο αυτό τον καιρό. Το καπνό σε θέλει εκεί κοντά του για να μην «καεί» από την πολύ ζέστη στο χωράφι, να προλάβεις να τον πας στη «λιάστρα» και από εκεί «το βαντάκι» να το προστατέψεις από τη βροχή για να μπορέσεις αργότερα να το κάμεις δέματα. Δύσκολες ημέρες, δε μιλάμε για οχτάωρο, μιλάμε για αϋπνία, για κούραση, για φτώχια, για πικρές στιγμές όπως πικρός είναι και ο καπνός που μαζεύουν και, όπως λέει ο ποιητής: «παρηγοριά και δύναμη κι ελπίδα στο φτωχό…», καπνοκαλλιεργητή.