Αντώνης Αντωνάκος: «Αγριοβατόμουρα πικρά» – Διηγήματα

agriovatomoura-pikra

Τον συγγραφέα τον καταλαβαίνεις από την πρώτη παράγραφο του βιβλίου του. Ούτε καν από την πρώτη σελίδα. Λες: «Αυτός είναι σπουδαίος συγγραφέας». Σε ειδοποιούν οι αισθήσεις ότι αυτό το βιβλίο θα το διαβάσεις μονορούφι μέχρι την τελευταία του λέξη, σ’ ενδιαφέρουν ακόμα και τα τυπικά: Ποιος το επιμελήθηκε, ποιος το τύπωσε. Στο τέλος επιβεβαιώνεται η αύρα της πρώτης παραγράφου. Και ψάχνεις να διαβάσεις ό,τι άλλο έγραψε αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας. Καμιά φορά η αξία ενός βιβλίου κρίνεται από την διάθεση του αναγνώστη να διαβάσει το επόμενο.

Τελικά, η έννοια «συγγραφέας» είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που ακούγεται. Συνηθίσαμε στον καιρό μας να λέμε συγγραφέα οποιονδήποτε έγραψε ένα μεγάλο κείμενο και το έβαλε στο χαρτί με τη μορφή μικρού ή μεγάλου βιβλίου. Αλλά δεν είν’ έτσι. Το βιβλίο έχει μία ψυχή. Την οποία εμφυσά ο συγγραφέας, καθώς ο Θεός έκαμε στο πρωτόπλαστο δημιούργημά του. Χωρίς αυτήν την ψυχή, το βιβλίο είναι για πέταμα, σκέτη λάσπη.

Αυτή η αόρατη ψυχή είναι που κάνει έντονη την παρουσία της από την πρώτη παράγραφο στο μικρό βιβλίο του Αντώνη Αντωνάκου «αγριοβατόμουρα πικρά», από τις εκδόσεις «Αδέσποτος Σκύλος». Είναι μια συλλογή έντεκα μικρών διηγημάτων. Χωρίς βιογραφικό του συγγραφέα, χωρίς αναγνωριστική φωτογραφία, σε μόλις 200 αντίτυπα. Μικρό σχήμα, 40 σελίδες. Μια μεταλαβιά. Αλλά είναι έντεκα τέλεια διηγήματα. Μ’ εκείνη την αιθερική ελευθερία των ονείρων στις απενοχοποιημένες λέξεις που υψώνει τον άνθρωπο σε άλλες διαστάσεις και τον λυτρώνει, καθιστώντας τον μοναδικό άτομο στο διάστημα.

Ο Αντωνάκος μιλάει σε πρώτο πρόσωπο υποδυόμενος τους ήρωές του, άνδρες ή γυναίκες, όπως συνέβαινε στο αρχαίο Ελληνικό θέατρο. Δεν κρατάει απόσταση από αυτούς. Κατεβαίνει αγόγγυστα μαζί τους στο πιο χαμηλό σκαλί, κάνει δική του την αμαρτία τους, δεν υπερασπίζεται την δική του αθωότητα, επωμίζεται το βίωμά τους, αλλάζει μέχρι και φύλο για ν’ αγγίξει έτσι το Πλατωνικό αρχέτυπο, να διευρυνθεί ο ίδιος, να διευρύνει και τον αναγνώστη του μέσα στον χώρο που καταλαμβάνει ο συλλογικός εαυτός.

Αδήλωτα και σιωπηλά ο Αντωνάκος καταθέτει αυτά τα λογοτεχνήματα, στο Αγρίνιο, σε μια επαρχιακή πόλη που, όπως πολλές άλλες, δεν διαθέτει την ελάχιστη αυτοεκτίμηση, άρα καμία αξιολογική διάθεση, ούτε καν απέναντι στο αριστούργημα. Το ξέρει αυτό ο συγγραφέας, αλλά δεν το διεκδικεί, δεν παραπονιέται καν. Αυτοσαρκαζόμενος, σημειώνει: ISBN 000–000–00000–0–0…

Χωρίς όμως να το επιδιώκει ο ίδιος, από μόνα τους αυτά τα έντεκα διηγήματα τον κατατάσσουν στους σπουδαιότερους συγγραφείς που γέννησε αυτός ο τόπος. Δίνει νόημα και περιεχόμενο στη Λογοτεχνία, την δικαιώνει, νομιμοποιεί την άσκηση σε αυτήν, όχι μόνο του χαρισματικού, αλλά οποιουδήποτε συγγραφέα, όποιου βεληνεκούς. Είναι τόσο γενναιόδωρος! Αν η Ελλάδα είχε κάποιον τρόπο ν’ αποδίδει τα δίκαια, εάν τιμούσε τα Γράμματα και την Τέχνη, εάν ο Δήμος αισθανόταν τιμή να τον υπηρετούν άξια τέκνα, εάν η χώρα που κατοικούμε ήταν πολιτισμένο κράτος, εάν δεν είχε βυθιστεί στη βαρβαρότητα, θα έβγαινε στην Αγορά ο Αντωνάκος και θα τον υπολήπτονταν άπαντες.

Το πρόβλημα είναι ότι ανάλογοι έπαινοι έχουν αποδοθεί σε πολλούς. Και δεν ήταν παρά μια υπερβολή, μια κατάχρηση. Έρχεται όμως η ώρα να πεις ακριβοδίκαια τα καλά λόγια που αξίζουν σε τούτον τον συγγραφέα κι αισθάνεσαι ότι δεν έχουν πια τη βαρύτητα που δικαιούται, για τον λόγο ότι οι έπαινοι καταναλώθηκαν, τόσο από τους αποστολείς, όσο και από τους δέκτες, διανεμήθηκαν αφειδώς σε όσους δηλώνουν συγγραφείς, χωρίς διάκριση, χύμα. Μετά, δηλαδή τώρα, οι συγγραφείς αυτοί απολαμβάνουν επί ματαίω το καλύτερο εύσημο.

Να το πούμε αλλιώς: Συγγραφείς σαν τον Αντώνη Αντωνάκο δεν θα έπρεπε να κάνουν καμία άλλη δουλειά για να ζήσουν. Θα έπρεπε ν’ ασκούν μόνο τη συγγραφή. Για ένα λόγο: Είναι οι ξεχωριστές, οι λίγες εκείνες μονάδες που ζουν ανάμεσά μας κι ελευθερώνουν τους αναγνώστες τους από αδήλωτες σκλαβιές, καλά κρυμμένες στις υπόγειες αποθήκες του μυαλού. Αυτό θα ήταν το μέγιστο δώρο που θα μπορούσε να έχουν οι δημότες, οι πολίτες, ο λαός, η Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, τα βιβλία αυτών των συγγραφέων έπρεπε να πουλάνε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα φάρμακα που γιατρεύουν τις αρρώστιες.

Τι να πεις όμως;

Όλος ο κόσμος αναστατώθηκε γιατί έγιναν περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις. Οι αληθινοί συγγραφείς, όπως και, μαζί τους, εκείνοι που δεν είχαν ποτέ μισθό ή – κι αν είχαν – τον έχασαν, δεν φώναξαν ποτέ, δεν παραπονέθηκαν, δεν ζήτησαν, δεν διεκδίκησαν τίποτα. Κι όταν μέσα στην ολιγάρκειά τους μπόρεσαν να βάλουν πέντε δεκάρες στην άκρη, δεν τις κράτησαν για τη «δύσκολη ώρα», τις ξόδεψαν για να δώσουν στους συντοπίτες τους δώρο την ιαματική ομορφιά της ψυχής τους.

Τύμπανο 4 / Ιούνιος 2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ