
Τι θα θυμόμαστε από αυτή την εποχή; Πως θα την θυμόμαστε; Είμαστε περήφανοι γι’ αυτό που ζούμε; Γι’ αυτά που κάνουμε;
Κι άσε τον Βαγγέλη. Πες ήταν ευαίσθητος, δεν τα ξέρουμε και όλα, είναι μια περίπτωση. Πες όλες τις δικαιολογίες που μπορούν να σε βοηθήσουν να καλύψεις την ξευτίλα σου. Την ξευτίλα σου ως λαός, ως κοινωνία δυτική, ως μορφωμένος δυτικός, τρομάρα σου.
Κατά τα άλλα, καλά όλα; Ικανοποιημένος; Ο μόνος προβληματισμός που μπαίνει στο νεοελληνικό μυαλό σου είναι ότι όλοι μας μισούν όλοι και θέλουν να μας διαλύσουν, «οι Γερμανοί είναι κακοί και ναζί», «άμα δε θέλει κι η τύχη», «αφού άλλοι κάνουν κουμάντο» κλπ κλπ.
Και περπατάς και βλέπεις τριγύρω, όπου πας, την ασυδοσία. Δεν θα την ερμηνεύσεις ποτέ; Δεν θα καταλάβεις ότι είναι η αιτία των προβλημάτων σου; Εδώ χάνονται παιδιά, τα παιδιά σου. Άλλο από μηχανάκι, άλλο από κατάθλιψη, ο Ντουζόν από μπράβο στην Μύκονο, ο Άλεξ, άλλος από πυροβολισμούς σε Κρητικό γάμο, άλλος στο γήπεδο.
Έθνος τσαμπουκάδων θρηνεί πάνω από το χυμένο γάλα της γαλακτοκομικής Σχολής.
Η ασυδοσία κυβερνάει, έβγαλε κυβέρνηση. Έχουμε τις ίδιες μέρες έναν υπουργό οικονομικών που ψεύδεται κανονικά σε γερμανικό κανάλι επειδή του κάπνισε κάποτε, στον ναρκισσιστικό του οίστρο, να κάνει άσεμνη χειρονομία για την Γερμανία, στην διάρκεια ομιλίας του. Και δεν λέει μια συγνώμη. Και δεν βρίσκονται εύκολα Έλληνες να πουν πως δεν έκανε καλά. Αφού είμαστε τσαμπουκάδες, έτσι πρέπει.
Άλλος υπουργός, απειλεί με αποστολές τζιχαντιστών. Βρίσκει και τα κάνει. Θα βρει κι αυτός υποστήριξη. Γιατί έτσι είμαστε. Αφού οι άλλοι φταίνε πάντα. Το ρεζιλίκι δεν το βλέπουμε, δεν το μαθαίνουμε. Γιατί όποιος αναφερθεί σ’ αυτό είναι προδότης και δεν θέλει να πάει καλά η κυβέρνηση της αξιοπρέπειας και της σωτηρίας.
Τα καταπατημένα πεζοδρόμια, τα καταβαμμένα κτήρια από σπρέι, που κάποιοι τα υπερασπίζονται μάλιστα, και δεν αφήνουν να καθαριστούν, τα καμμένα, τα αυθαίρετα, οι βόλτες κάποιων δημοσίων υπαλλήλων, οι παράνομες σταθμεύσεις, η τριτοκοσμική συλλογή σκουπιδιών. Όλα είναι μια βία που περνάει στο αίμα μας, στη σκέψη μας. Θέλει υπόβαθρο για να σταματήσει και τα σχολεία μας δεν το προσφέρουν. Ο δίπλα είναι εχθρός, απειλεί την άπλα μας. Ο δυνατότερος κερδίζει, αυτός που έχει «πλάτες».
Θα την θυμόμαστε ποτέ αυτή την ζούγκλα ως ζούγκλα; Ως πάτο; Γιατί αν θυμόμαστε την ζούγκλα, θα θυμόμαστε και τα θύματα. Αλλιώς θα μας φαίνονται όλα φυσικά. Έτσι πεθαίνουν στις ζούγκλες.










