Αγαπητέ αναγνώστη, όταν διαφωνείς με μία άποψη ή με μία γνώμη που γράφηκε σε κάποιο άρθρο, δεν είναι λογικό να κόβεις τη συνδρομή σου στην εφημερίδα, ούτε είναι λογικό εξ αυτού του λόγου να σταματάς ν’ αγοράζεις την εφημερίδα.
Αν και δεν θα διαβάσεις πια αυτές τις αράδες, το λέω αυτό για σένα, αναγνώστη, που διέκοψες μετά βδελυγμίας την συνδρομή σου, επειδή διαφώνησες με την άποψη που δημοσίευσα σε άρθρο μου, ότι αυτό το κράτος δεν μπορεί να θρέφει 700.000 συνταξιούχους κάτω των 60 ετών. Άκου τι είδε ο περαστικός:
Σε είδε να πετάς πέρα την εφημερίδα και να λες:
– Τι λογική είναι αυτή…
Είναι άραγε τυχαίο ότι ανήκεις σ’ αυτή την κατηγορία των συνταξιούχων Ελλήνων;
Λοιπόν, αντί αυτής της μίας φοράς που δυσαρεστήθηκες (δικαίως ή αδίκως δεν το μετρώ εδώ) θα μπορούσα να επικαλεστώ πενήντα ή εκατό ή πεντακόσιες φορές που ευχαριστήθηκες διαβάζοντας αυτή την εφημερίδα. Θα μπορούσα να το επικαλεστώ, επειδή είναι παράλογο (ίσως και παρανοϊκό) να σταματάς τη συνδρομή γι’ αυτή τη μία φορά που ενοχλήθηκες και ξέχασες τις πενήντα ή τις εκατό ή τις πεντακόσιες φορές που ευχαριστήθηκες. Δε γνωρίζεις, φαίνεται, εκείνο το ταπεινό εργαλείο που λέγεται ζυγαριά…
Ισχυρότερο όμως κι από αυτό το επιχείρημα, είναι το άλλο, το οποίο θα διατυπώσω με τη μορφή ερώτησης:
– Ακόμα κι αν ήθελα να ΜΗ σε στενοχωρήσω, πώς νομίζεις ότι θα μπορούσα να ξέρω την άποψή σου, ώστε να γράψω μόνο αυτό που θα σ’ ευχαριστούσε;
Αλλά, ναι, ξέρω: Πιστεύεις ότι η δική σου λογική είναι η μόνη σωστή σ’ αυτόν τον τόπο και η λογική όλων των άλλων είναι λάθος. Άρα ο αρθρογράφος έπρεπε να έχει πάντα τη δική σου λογική. Αν τύχει και θίξει τη δική σου άποψη, τον στέλνεις στο διάολο, ούτε διστάζεις να τον πεις πουλημένο (σκέτο πουλημένο ή με γαρνιτούρα: πουλημένο σε συμφέροντα) δεν έχεις καμία επιφύλαξη ότι είναι προδότης της πατρίδας και του έθνους.
Θα πει ο άλλος: Ε, αυτό είναι μία μεμονωμένη περίπτωσις!
Όχι, αγαπητέ, ΔΕΝ είναι μία μεμονωμένη περίπτωσις!
Είναι, δυστυχώς, η επικρατούσα εντύπωσις.
Γι’ αυτό επιστρέφω σ’ εσένα, τέως αναγνώστη, που πέταξες πέρα την εφημερίδα και ανέκραξες τσαντισμένος: «Τι λογική είναι αυτή;». Σε ρωτώ:
Ποια είναι η δική σου λογική με την οποία θα έπρεπε να συμπλέει η εφημερίδα; Δεν είναι ανάγκη να βουτήξουμε στα βαθιά. Είναι αρκετό να τσαλαβουτήσουμε λίγο στα ρηχά:
Ποια θα ήταν για σένα η «καλή εφημερίδα»; Ποια δεν θα ήταν πουλημένη; Προφανώς η εφημερίδα που θα έγραφε αυτά που πιστεύεις εσύ. Όμως τι κάθομαι και λέω; Με ποιον κουβεντιάζω; Θα ήταν καλύτερο να συζητώ με… με ποιον τάχα;
Δεν ξέρω, Θε μου! Ξέρω μονάχα ότι ο κόσμος κατέρρευσε, το πλοίο βυθίστηκε. Όσοι έμειναν πιασμένοι από κάποιο κούτσουρο στην επιφάνεια ή κυκλοφορούν σα φαντάσματα, φαίνεται καθαρά ότι αυτοσχεδιάζουν. Λένε ό,τι τους κατέβει. Κάνουν ό,τι τους καπνίσει ο καθένας. Σκέπτομαι ότι μια κάποια λύση θα ήταν να επιστρέψουμε στις διαχρονικές Ελληνικές αξίες, κι όταν το σκέφτομαι μοιάζει καλό, αλλά, όταν το λέω, ακούγεται κούφιο, ηχεί σαν άδειο βαρέλι. Θέλουμε κάποιον μπούσουλα, αναγνώστη! Εγώ για να γράφω μ’ αυτόν κι εσύ για να καταλαβαίνεις σύμφωνα με αυτόν. Αλλά θα σου το πω τώρα ευθέως: Νομίζω ότι διανύουμε τη νέα εποχή της Βαβέλ. Ή ότι αυτός ο κόσμος πέθανε πρόσφατα. Η Πόλις εάλω. Και καλά να πάθει. Ο αυτοκράτορας κοιτάει γύρω του και φωνάζει: «Ρε παιδιά, μήπως υπάρχει κανείς χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;».
– Δε χρειάζεται, Μεγαλειότατε! Όποιος και να σφάξει, ίδιος θα είναι ο θάνατος.












