
Όποιος δεν έχει περπατήσει εδώ, σ’ αυτή τη μύτη των πράσινων λόφων που φτάνουν μέχρι τη λίμνη, όποιος δεν έχει αγναντέψει την Τριχωνίδα απ’ αυτό το σημείο, μεταξύ των Λουτρών Μυρτιάς και Σιταραλώνων, λίγο πριν από τη Μεγάλη Αμμουδιά, δε μπορεί να αισθανθεί την καρδιά της Αιτωλίας, ούτε μπορεί να δεθεί με τον τόπο. Αφιερωμένο στην «Παναγία την Περίβλεπτο» το παλιό μοναστήρι της Φωτμούς, δεν πήρε το όνομά του τυχαία.
Η Μαρία Σκαβάρα είναι δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας και γυμνασιάρχης. Το 2009 εκδόθηκε το βιβλίο της για «ένα λησμονημένο μοναστήρι του 16ου αιώνα στην Τριχωνίδα». Την «Ιερά Μονή Φωτμού Αιτωλίας». Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου με χορηγό έκδοσης την Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας.
Ό,τι καταθέτει στο βιβλίο της η Μαρία Σκαβάρα για το μοναστήρι της Φωτμούς, βασίζεται στην κτητορική επιγραφή, σύμφωνα με την οποία το καθολικό της Μονής ιδρύθηκε και ιστορήθηκε το έτος 1589.
Ωστόσο οι παλιές προφορικές παραδόσεις της περιοχής, καταγεγραμμένες από τον υπογράφοντα πριν από 45 χρόνια, οι οποίες δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο agriniovoice.gr (με τίτλο: Το μοναστήρι της Μυρτιάς) συγκαταλέγουν το μοναστήρι της Φωτμούς στα τρία μοναστήρια που επισκέφθηκε τον 12ο αιώνα και λειτούργησε σ’ αυτά ένας καρδινάλιος από τη Ρώμη, την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος (λένε οι προφορικές παραδόσεις) τα τρία μοναστήρια θεωρήθηκαν μολυσμένα από τους ορθόδοξους κι εγκαταλείφθηκαν. Ξέρουμε βάσιμα ότι το μοναστήρι της Μυρτιάς «μετακόμισε» από την παραλία της λίμνης (τον σημερινό Αϊλιά) σε νέο μέρος, εκεί που είναι σήμερα, στην Άνω Μυρτιά.
Ο τοπικός αυτός μύθος είναι άγνωστος στους αρχαιολόγους (άγνωστος και για το βιβλίο της Μαρίας Σκαβάρα) όχι μόνο σε ό,τι αφορά το ερειπωμένο μοναστήρι της Φωτμούς και του «Παλιομανάστηρου» (Βαρειάς), αλλά και το ίδιο το μοναστήρι της Μυρτιάς, η ιστορία του οποίου – κατά τους ειδικούς – αρχίζει τον 12ο αιώνα, ενώ, τόσο ο μύθος, όσο και τα εναπομείναντα σημάδια της εποχής εκείνης στην περιοχή, υποδεικνύουν ότι η ίδρυσή του χρονολογείται σε παραλίμνιο σημείο πολύ νωρίτερα, ίσως από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, γεγονός που ενισχύεται από τα ίχνη εικονογραφημένων τοιχωμάτων σε μία τουλάχιστον μικρή σπηλιά του βράχου του Κατρουέλη Μυρτιάς (ή της Αγίας Ελεούσας) η οποία λειτουργούσε πιθανότατα ως σκήτη. Ο μύθος και τα απτά ίχνη στο τοπίο επιβεβαιώνουν πάντως αυτή την εκτίμηση, η οποία, φυσικά, δεν επιβεβαιώνεται (μέχρι στιγμής) από τη γνώμη των αρχαιολόγων.
Ξεκινώντας από το μύθο και τα σημάδια ή τις μαρτυρίες που τον επιβεβαιώνουν, μπορούμε ίσως να διατυπώσουμε την (λογική, νομίζουμε) άποψη ότι, όντως το μοναστήρι της Φωτμούς ιδρύθηκε και ιστορήθηκε το 1589, όμως η ανείπωτη αλήθεια είναι ότι αυτό έγινε πάνω στα ερείπια του εγκαταλειμμένου από τον 12ο αιώνα κτίσματος.
Εκ του γεγονότος δε ότι το «Παλιομανάστηρο» (το τρίτο από τα μοναστήρια του μύθου, όπου υπάρχει ερειπωμένος επίσης ναός των Αγίων Αποστόλων) είναι κτισμένο πέραν πάσης αμφιβολίας στα ερείπια της αρχαίας Αιτωλικής πόλης Φίστυο (όπως ακριβώς και ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στο αρχαίο Βουκάτιο, στην σημερινή Παραβόλα, αλλά και ο ναός του Αγίου Νικολάου στη Μόκιστα που είναι χτισμένος πάνω σε ναό της Αρτέμιδος) μπορούμε δικαίως να υποψιαστούμε και να εικάσουμε, ότι, τόσο στον Αϊλιά (στην προηγούμενη θέση του σημερινού μοναστηριού της Μυρτιάς) όσο και στη Φωτμού, προϋπήρχαν αρχαίοι παραλίμνιοι οικισμοί, το πιθανότερο όμως είναι να επρόκειτο για αρχαίους Ελληνικούς ναούς. Κι αυτό, επειδή ο μόνος τρόπος να σβήσουν τότε από προσώπου γης την Ελληνική παρουσία, ήταν να χτίζουν πάνω στους ειδωλολατρικούς (όπως έλεγαν) ναούς μία χριστιανική εκκλησία. Το έκαναν επίσης αυτό για να βρίσκουν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Την εποχή εκείνη ποτέ και πουθενά δεν έχτισαν εξ υπαρχής. Άρα κι εδώ, κάτω από το βουβό πια ερείπιο, θα μπορούσε κανείς ν’ αναζητήσει τα ίχνη μιας Ελληνικής Ιστορίας που κατεδαφίστηκε.
Σ’ αυτή την κατεδαφισμένη Ιστορία του Ελληνικού Γένους ίσως να κρύβεται όμως η ουσία και το κλειδί για το παρανοϊκό σήμερα.
Η ετυμολογία της λέξης «Φωτμού»
Η Μαρία Σκαβάρα καταθέτει την άποψη ότι η λέξη «Φωτμού» προέρχεται από τη λέξη «φωτεινός». Συγκεκριμένα γράφει στο βιβλίο της: “Η λαϊκή ονομασία Μονή του Φωτμού (πιθανότατα παρετυμολογία εκ του «φωτεινός – φωτ’νός – φωτμός – φωτμού) σχετίζεται με το φως εκ της θέσεώς του ή με το όνομα κάποιου Φωτεινού ή με ανάλογο τοπωνύμιο»”.
Με άλλα λόγια, η συγγραφέας, όπως άλλωστε και άλλοι ειδικοί κάνουν με πολλές άλλες Ελληνίδες λέξεις, αποδίδουν τη λέξη «Φωτμού» σε σταδιακή παρακμή της λέξης «Φωτεινός». Όμως με τον τρόπο αυτό άθελά τους καθιστούν υπαίτιο της φθοράς τον αγράμματο ξωμάχο που ακούει κάτι χωρίς να το κατανοεί και, όταν το μεταφέρει σε άλλους, το κάνει «μασημένα». Η θεωρία αυτή (αν και είναι βάσιμη τεχνικά) έχει αδικήσει αμέτρητες Ελληνίδες λέξεις και τις παραδίδει στις επόμενες γενιές άλλοτε ως Τούρκικες, άλλοτε ως Σλάβικες, άλλοτε ξενικές γενικώς, εν προκειμένω φθαρμένες, απλά. Εκτός τούτου, η θεωρία αυτή αποκρύπτει και θάβει σημαντικά στοιχεία που έχουν δομηθεί στη θεμελίωση των ονομάτων και των τοπωνυμίων, τα οποία θα μπορούσαν με την ανάγνωσή τους να φωτίσουν μεγάλες ιστορικές περιόδους του Ελληνικού λαού.
Πάντως, το πρώτο συνθετικό της λέξης «Φωτμού» είναι αναμφίβολα το «φως» στη γενική του πτώση: «Φωτός». Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι. Όπως συμβαίνει με τη λέξη «άνθρωπος», πρώτο συνθετικό της οποίας είναι «ανδρός», δηλαδή η γενική πτώση της λέξης «ανήρ». Αν λοιπόν διαχωρίσουμε τη λέξη «Φωτμού» στις δύο λέξεις που συγχωνεύτηκαν, έχουμε: «Φωτός – μου» ή «φωτός εμού» (όπως λέμε: παρόντος εμού) ή, αλλιώς «εμού (του) φωτός». Αποκλείεται να είναι η λέξη «φωτεινός», διότι ακόμα και στις πιο αυθαίρετες εκλαϊκεύσεις, δεν δικαιολογείται η γενική πτώση. Σ’ εκείνο το «μου» κρύβεται κάτι άλλο. Κι αυτό το άλλο είναι πολύ σημαντικό.
Μ’ αυτή την πρωτόλεια προσέγγιση, αχνοφέγγει μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία: Είναι σα να μιλάει το ίδιο το Φως, σα ν’ αποκαλύπτεται μεγαλειωδώς στους ανθρώπους, σα να υπογράφει το λόγο που αποκαλύπτει. Η γενική πτώση της λέξης που πήρε (άγνωστο πότε) ονομαστικό χαρακτήρα, προδίδει μία παραδοχή ονομαστικής ανωτερότητας στην πηγή του Υψίστου Φωτός. Μοιάζει να μεταφέρει ο μύστης το λόγο του Φωτός και να χρησιμοποιεί σε πρώτο πρόσωπο τα ιερά λόγια που, σ’ αυτόν τον τόπο, καθώς η φλεγόμενη βάτος του Σινά, του ψιθύρισε στο αυτί.
Αλήθεια είναι ότι ο τόπος, όπου είναι χτισμένο το ερειπωμένο μοναστήρι της (ή του) Φωτμού, από την Ανατολή μέχρι τη Δύση του ήλιου, λάμπει. Για να το δει κάποιος αυτό, πρέπει να έχει βέβαια τη ματιά και την αίσθηση του μουσικού Δημήτρη Κουζή που λέει για την παρακείμενη Τριχωνίδα: «Τα κύματά της βγάζουν διαφορετικό ήχο από τα κύματα της θάλασσας»! Είναι λοιπόν αυτή η λεπτή, αυτή η λεπτεπίλεπτη διαφορά που κάνει διαφορετικά τα κύματα της λίμνης Τριχωνίδας από εκείνα της θάλασσας, αλλά, να, και το Φως της Τριχωνίδας στη Φωτμού είναι διαφορετικό από κάθε άλλο σημείο της, γεγονός που μας οδηγεί σε μια ιδιαιτερότητα, σ’ έναν ιερό τόπο.
Κοντινότερη στην αλήθεια κι απ’ αυτό είναι πάντως η αίσθηση ότι η αρχική λέξη, ναι μεν δεν είναι «φωτεινός», μπορεί όμως να είναι «φωταμός». Καθώς λέμε «ποταμός», που σημαίνει «όγκος νερού που ρέει». Και «φωταμός» μπορεί να σημαίνει «όγκος φωτός που ρέει».
Εδώ λοιπόν ρέει ένας «φωτεινός ποταμός», ένας φωτ – αμός ή φωτ – μός. Η γενική πτώση «Φωτμού» δηλώνει τον τόπο του φωταμού, τον τόπο, ο οποίος ανήκει στον φωτεινό ποταμό ή τον φωτεινό ποταμό που ανήκει στον τόπο αυτό. Η γενική πτώση «Φωτμού» δικαιολογείται από τη διαπίστωση ότι το Φως εδώ είναι το μεγάλο γεγονός, υπερτερεί όλων των άλλων στοιχείων, με τρόπο δε που «να του ανήκουν» αυτοκρατορικά όλα αυτά. Αυτή η γενική επικράτησε αντί ονομαστικής με τη λογική που επικράτησε η φράση «αυτή… δεν είναι και του πεταμού».
Η κατάληξη «αμός», προδίδει ένα χθόνιο στοιχείο, γήινο, δηλώνει ένα γεγονός που συμβαίνει εδώ στη γη, όχι στον ουρανό. Ως δεύτερο συνθετικό στη λέξη «ποταμός» δηλώνει και τον εγκιβωτισμό του ρέοντος ύδατος στη μεγάλη κοίτη. Διότι έχει σχέση με τη λέξη «αμίς», δεύτερο συνθετικό της λέξης «πυρ – αμίς», που σημαίνει «δοχείο πυρός». Ο φωταμός λοιπόν σημαίνει «δοχείο ή, μάλλον, κοίτη φωτός, σημαίνει ότι «αυτός ο τόπος είναι δοχείο ή κοίτη του ρέοντος φωτός». Είναι, με άλλα λόγια, «αμίς φωτός» ή «φωτός αμίς», δηλαδή φωταμίς, ίσον, φωταμός. Στην γενική πτώση γίνεται: (του) φωταμού, ίσον, φωτμού.
Οι λέξεις που παραλείπονται αλλά εννοούνται πριν από τη λέξη «Φωτμού» είναι: «Πάμε στου Φωτμού» ή «αυτό το μέρος της λίμνης ανήκει στον τόπο του φωταμού». Άρα είναι «του» και όχι «της» Φωτμού.
Τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε παρακάτω:
«Ποταμός» σημαίνει «η αμίς (το δοχείο, η κοίτη) που (κατα)πίνει, δηλαδή εγκιβωτίζει (μεγάλο) όγκο κινούμενου νερού, ρέοντος ύδατος». Αντίστοιχα, «φωταμός» σημαίνει «η αμίς (το δοχείο, η κοίτη) που (κατα)πίνει, δηλαδή εγκιβωτίζει (μεγάλο) όγκο ρέοντος φωτός». Ο φωταμός είναι μια αρχαία Ελληνική λέξη που (μέσα στη μοναδικότητά της) δεν την αναγνώριζε κανείς μέχρι σήμερα.
Υπάρχει η αρχαία λέξη «αμός» = ημέτερος. Σύμφωνα με το περίφημο λεξικό Liddell & Scott, «αμός» είναι λέξη παλαιά, ισοδύναμη προς το «εις» = ένας ή «τις» = κάποιος. Ως δεύτερο συνθετικό του Φωτός μας κάνει τη λέξη «φωταμός» = ένα φως ή κάποιο φως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σημείωση του καλού λεξικού ότι η λέξη «αμός» συναντάται πια μόνον σε επιρρηματικούς τύπους: Αμού, αμή, αμοί, αμώς, αμόθεν. Που έχουν κάποια σχέση με το «άμα». Αυτό θα δικαιολογούσε απόλυτα τη λέξη «Φωτμού»: Φωτ + αμού = ταυτόχρονα με το φως ή (κάποιο γεγονός που συμβαίνει) συνοδεία φωτός.
Για τη λέξη λοιπόν «φωταμός» ή «φωταμού» μπορούμε τώρα να είμαστε σίγουροι σε βαθμό που ν’ απορρίπτουμε κάθετα την εκδοχή του «φωτεινός».
Η Φωτμού λοιπόν δεν είναι θηλυκό, αλλ’ αρσενικό και (στη ντοπιολαλιά) θα έπρεπε να λέγεται Φωτμός. Πριν δε από την πτώση της, Φωταμός. Ή: Στον τόπο του Φωταμού. Στον τόπο της φωτοχυσίας. Διότι είναι μία κοίτη φωτός. Μία Πύλη φωτός. Μία φωτεινή Πύλη. Μία ενεργειακή Πύλη.
Για πού άραγε; Πώς θα μάθουμε; Πότε; Ποιον κόσμο τάχα θα γνωρίσουμε, αν περάσουμε αυτή την Ωραία Πύλη, αυτή τη Φωτεινή Πύλη στον ιερό τόπο του Φωτμού; Και, αν όντως: Φωτ + αμού = ταυτόχρονα με το φως ή (κάποιο γεγονός που συμβαίνει) συνοδεία φωτός, ε, τότε, θα ήταν υπέροχο ν’ ανακαλύψουμε ΠΟΙΟ είναι αυτό το αδήλωτο και μυστηριώδες γεγονός…
Το κλειδί για την τελική ετυμολογία της λέξης «Φωτμού» βρίσκεται σίγουρα στην λαμπρότητα που ακτινοβολεί ο χώρος. Σε όλες τις εποχές του χρόνου, ακόμα και κατά τους πιο βροχερούς μήνες, εδώ αισθάνεσαι σα να βιώνεις μόνιμα τις Αλκυονίδες ημέρες. Είναι άραγε η γεωγραφική ιδιοσυστασία που παράγει αυτή την ιαματική λαμπρότητα; Είναι απλά ένα φυσικό φαινόμενο; Μπορεί, ναι. Μπορεί και όχι.
Εμείς, εδώ, θα καταθέσουμε την άποψη ότι η λέξη «Φωτμού» σχετίζεται με τις φωτεινές ιδιότητες που εντοπίζονται στο «ρουθούνι» του παραλίμνιου λόφου και ολόγυρα, όπου, κατά τη γνώμη μας, χτίστηκε πριν χιλιάδες χρόνια ο άγνωστος αρχαίος ναός, στα ερείπια του οποίου χτίστηκε το παλιό μοναστήρι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και, 300 χρόνια μετά την εγκατάλειψή του τον 12ο αιώνα, το 1589, χτίστηκε το νέο για να γίνει κι αυτό με τη σειρά του ερείπιο τα νεότερα χρόνια. Άλλωστε στην περιοχή έχουν γίνει κι άλλα τέτοια. Το πιο κοντινό αφορά το εξωκλήσι των Αγίων Θεοδώρων στην Καψοράχη, το οποίο είναι χτισμένο πάνω στις βάσεις αρχαίου Ναού και κάποτε λειτουργούσε ως μοναστήρι επίσης. Πιθανότατα έχει δε κάποια σημασία και το γεγονός ότι παλαιότερα, μετά την πρωινή λειτουργία στη Φωτμού, κατά την ημέρα της Αναλήψεως, άνοιγαν για μία μέρα τα παρακείμενα Λουτρά Μυρτιάς για να γίνει το πρώτο μπάνιο, επειδή, λέει «τα έπαιρνε όλα η ανάληψη», φράση που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «θεραπεύονταν οι άνθρωποι απ’ όλες τις ασθένειες». Για το μπάνιο αυτό την ημέρα της Αναλήψεως κατέφθαναν στα Λουτρά καραβάνια οι άνθρωποι απ’ όλα τα παρατριχώνια χωριά. Ήταν ένας χώρος γενικού προσκυνήματος.
Τύμπανο 2 / Μάρτιος 2013










