Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026

Το “Καρναβάλια τέλος, Αρχή Σαρακοστής” είναι η πρόσφατη ελληνική ιστορία

Κοινοποίηση

Τέτοιες μέρες αποκριάς ξεσπάει στην χώρα αυτό το πρόβλημα ταυτότητας που δεν ξέρουμε όλον τον χρόνο πώς να το κάνουμε να μην μοιάζει με σχιζοφρένεια, και κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα χώνοντάς το πρόχειρα μέσα στο πλήθος που ακολουθεί του επιταφίους, στις καθημερινές προσευχές των σχολείων, σε γάμους κουστουμιών με τουαλέτες γεμάτες κρύσταλλα «Σοβαρόφσκι». Ειδικά εφέτος, με την κεκτημένη ταχύτητα από τον καιρό της αφθονίας να ρετάρει, με το μούδιασμα για το μέλλον, ίσως μόνο το να ταΐσεις τα παιδάκια κάποιες αναμνήσεις αποκριάς είχε σημασία.

Ένα πρόβλημα πολιτισμού ουσιαστικά, που κανένας από τους αρμόδιους που προστατεύουν αυτές τις αποκριάτικες εκδηλώσεις δεν νοιάστηκε ποτέ να λύσει, παρόλο που διαλαλούν πως επιτέλους έδωσαν αντίδοτο στην κρίση με τα καρναβάλια, κι έκαναν και το πολιτιστικό τους καθήκον απέναντι στα δρώμενα και την ψυχή του λαού. Αμήχανοι κι αυτοί, χαμένοι ανάμεσα σ’ αυτά που ήξεραν και σ’ αυτά που τους έτυχαν να διαχειριστούν, εγκρίνουν την αγανακτισμένη σάτιρα για την Μέρκελ και δέχονται ταυτόχρονα ότι πρέπει να πονέσουμε. Απολαμβάνουν ένα έθιμο με ξένες λατινοαμερικάνικες μουσικές ως ελληνικό, πάνω σε δρόμους γεμάτες λακκούβες, πεζοδρόμια λερωμένα, μέσα σε άτυχα χωριά, απρόσωπα, (καρναβάλι Κανδήλας) παρατημένα από κατοίκους που έφυγαν για την πεινασμένη πλέον πρωτεύουσα, με εναπομείναντες αγρότες και γερόντους που κοιτάνε σαστισμένα τον έξαλλο, επαναστάτη, χαβαλετζή ανθό της περιοχής να καταλαμβάνει τον δρόμο για το πάρτι της πάρτης του.

Ποια στολή να του βάλουμε αυτού του κράτους που σε καμία δεν χωράει και σ’ όλες μοιάζει μασκαρεμένο και ψεύτικο; Με πρότυπο την Μύκονο διασκεδάζει η νεολαία της χώρας.

Παριστάνει τον διαχρονικό συνεχιστή των λαμπρότερων σελίδων του δυτικού πολιτισμού, αναβιώνοντας, με την ευκαιρία, ξεθυμασμένες αποχρώσεις εθίμων που όμως κακοποιεί βάναυσα μέσα στην ασχημάτιστη, ανερμήνευτη επιθυμία της να κοντραριστεί με κάτι. Εγκαταλείπει ύστερα την αρχέγονη ηχώ που ποτέ δεν την σπούδασε, χώνει μαζί με τις φόδρες και τα ψεύτικα στήθια και μύτες, σε ντουλάπες, ό, τι άλλο υψηλό την συνόδευε, στην λατρεμένη κατά τα άλλα αρχαία Ελλάδα, και γυρίζει να ετοιμαστεί για το εβραϊκό Πάσχα. Φεύγει κι από ‘κει γιατί το «καλή Σαρακοστή» το εύχονταν από τύψεις που του φύτεψε η επίσημη θρησκεία. Δεν νηστεύουν παρά ελάχιστοι.

Συμφωνεί να μην κάνει καρναβάλια όπου γκρινιάζει κανένας μητροπολίτης, αλλά κάνει και χορούς με σκωπτικά τραγούδια ως μέρος της λαογραφίας. Αφού ό, τι είναι λαογραφικό είναι και νόμιμο όπως θα παράφραζε κανείς κάποιους άλλους «καλογέρους του διαόλου».

Πώς να μιλήσει αυτό το κράτος αυτές τις κρίσιμες ώρες που περνάει με τους ξένους λαούς, πώς να εξηγήσει ή να υπερασπιστεί την περίπτωσή του όταν δεν μπορεί να αποφασίσει ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσει; Λοιδορείται πλέον αφού, εκτός των άλλων, δεν υπάρχει κι ένας πολιτισμός ικανός να προκαλέσει τον παραμικρό σεβασμό. Ποιοι είμαστε; Τι μας καταπιέζει πραγματικά;

Υπάρχει άλλη νεολαία στον κόσμο που τόσο συχνά μέσα στον προφορικό της λόγο να αναφέρεται στην σεξουαλική της καταπίεση με την μάσκα του (και διεθνώς γνωστού πλέον) «μαλάκα»;

Χρήστος Παπανίκος
Χρήστος Παπανίκος
Γεννήθηκε στο Αγρίνιο και πρωτοδημοσίευσε σκίτσα στην τοπική σατιρική εφημερίδα "Αραμπάς". Συνέχισε στο πολιτικό περιοδικό "Αντί". Έχει κάνει εικονογραφήσεις για την "Ελευθεροτυπία", για παραμύθια, και για εκπαιδευτικά βιβλία του υπουργείου Παιδείας και των εκδόσεων Πατάκη. Συνεργάζεται με τον Παναιτωλικό, το περιοδικό «The books journal» και την τοπική εφημερίδα "Αναγγελία".
spot_img

Διαβάστε επίσης: