Μένω εκστατικός, Γιάννη μ’… Μπροστά σε μερικά φαινόμενα που συμβαίνουν ανεπαισθήτως, μένω εκστατικός… Αυτά τα φαινόμενα συμβαίνουν με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ό,τι παλιότερα. Μοιάζει να έλκεται η καθημερινότητά μας από μία δίνη, σα να έχουμε μπει σε τροχιά γύρω από το κέντρο της, αλλά, όσο οι περιστροφές μας πλησιάζουν στο κέντρο της δίνης, είναι μικρότερες και αυξητικά επιταχυνόμενες.
Ο ιστορικός χρόνος μιας πολιτικής αλλαγής είναι τώρα μικρότερος απ’ ό,τι ήταν σε μια παλιότερη δεκαετία. Οι νέοι ερωτεύονται και μπαίνουν σε τροχιά συμβίωσης σε ελάχιστο χρόνο, αντίθετα με παλιά που ήταν μία φορτωμένη από πολλά, μια χρονοβόρα διαδικασία. Επιταχύνονται όλα, στροβιλίζονται, μπαίνουν σε μια περιδίνηση. Τείνουν προς το κέντρο της δίνης. Τα ρουφάει μια «μαύρη τρύπα». Σα να θέλει να μετουσιώσει τα πάντα, να εξαερώσει την ύλη, να την κάνει αθέρα. Ξημερώνει, μεσημεριάζει και νυχτώνει στις ίδιες ώρες που γινόταν και κάποτε, αλλά με μια εντελώς άλλη αίσθηση του χρόνου. Παλιά η μέρα ήταν αιώνας. Τώρα η μέρα είναι απλά μια φευγαλέα στιγμή.
Σα να μην έφτανε αυτό, οξύνονται οι αισθήσεις. Αντιλαμβάνεσαι τι θα πει ο άλλος, προτού ανοίξει το στόμα του. Αισθάνεσαι το τηλεφώνημά του προτού γίνει, καταλαβαίνεις την επίσκεψή του προτού συμβεί. Έχεις μερικές λέξεις ή έννοιες στο μυαλό σου και μεταδίδονται στον άλλο ατόφιες, χωρίς να ειπωθούν, χωρίς να τις ακούσει από το στόμα σου. Είναι σα να φούσκωσε η ψυχή και ξεχύνεται από το σώμα, σα να εκτείνεται, σα να διευρύνθηκε η ηλικία, σα να επεκτάθηκε, σα να μίκρυνε ο χρόνος, σα να μεγάλωσε ο κύκλος της ζωής.
Εμ, το άλλο;
Αντιπαλεύεις εντός σου τις οξύνοιες, κατεβάζεις στροφές για να μπορείς να μιλήσεις με τον καθένα, κατηφορίζεις, κατρακυλάς συνειδητά στο επίπεδό του για να μην αισθανθεί αδαής, αυτό το έκανες από παλιά κι έπιανε, γινόσουν αγαπητός, επειδή ήσουν προσηνής, το ίδιο προσηνής είσαι και τώρα, όμως είναι αλλιώς, αφού, όσο προσηνής και να γίνεσαι, ο άλλος τρομοκρατείται με το απλούστερο που λες, σα να τον διαλύει ο ήχος, ο κραδασμός. Και τότε αποσυντονίζεται, σκορπάει, αμέσως περνάει στην άμυνα και αμυνόμενος επιτίθεται. Χρειάζεται να επιστρατεύσεις όλη τη μεγαθυμία σου για να μην ανταποδώσεις τα ίσα. Στο τέλος αντιλαμβάνεσαι, ότι, εκεί που είχες τις αγαθότερες των προθέσεων, τα λόγια σου εξελήφθησαν ακριβώς από την ανάποδη, σα να γύρισε ο κόσμος, σα ν’ ανεστράφησαν οι μαγνητικοί πόλοι της γης, σα να τρελάθηκε η πυξίδα.
Και λες, μα…τι διαφορετικό έκαμα απ’ όσα έκανα παλιά; Το ίδιο ακριβώς κάνω! Αλλά έχει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Όλα είναι αντιστραμμένα πια. Τι συνέβη; Τι συμβαίνει; Τι άλλαξε;
Είναι όπως ακριβώς σου το λέω, Γιάννη μ’. Χαίρομαι που το βλέπεις κι εσύ! Το διασταυρώνω με τη γνώμη σου… Αντί να γίνεσαι δημοφιλής με τη θετική αύρα που αποπνέεις, απομονώνεσαι, απομακρύνεσαι, χάνεσαι, είναι σα να σε διώκουν αυτοί που προσπαθείς να βοηθήσεις, δεν αντέχουν το ευθύ βλέμμα σου και (για να το αποφύγουν) ρίχνονται σ’ έναν τρελό χορό, σ’ ένα ντόρο, κοιτάς μετά ολόγυρα και δε βλέπεις κανέναν, είσαι στην έρημο και δεν ακούγεται, δε μυρίζει, δε φαίνεται πουθενά τίποτα.
Εκεί, στη μέση της σιωπηλής ερήμου προβάλλει ξαφνικά μια μουσουδίτσα, ένα πλασματάκι, λέει «καλημέρα» και συγκλονίζεσαι, λέει την πιο τετριμμένη λεξούλα και απογειώνεσαι.
Τι συμβαίνει, Γιάννη μ’;
Ποια είναι αυτές οι οντότητες μέσα στο πλήθος που τις συναντάς απροειδοποίητα, όμως είναι σα να τις ήξερες ολόκληρη ζωή;











