Πριν από τριάντα χρόνια, σε ένα χωριό «εξόρισαν» έναν Δεσπότη. Πήγε στο μοναστήρι, εκεί λειτουργούσε, όταν μπορούσε. Τα καλοκαίρια απουσίαζε πάντα, έκανε διακοπές. Ένα καλοκαίρι, προς το τέλος του, γύρισε από τις διακοπές του και την Κυριακή πήγε στην εκκλησία του χωριού να λειτουργήσει. Στο τέλος ο Δεσπότης έβγαζε λόγο, εξηγούσε το Ευαγγέλιο.
Η Αριστέα, κορίτσι τότε στα δεκαεφτά του χρόνια, ήταν στο εκκλησίασμα. Βγήκε ο Δεσπότης στην Ωραία Πύλη μαυρισμένος από τον ήλιο της παραλίας και άρχισε το κήρυγμα:
– Όπως ξέρετε, αδελφοί μου Χριστιανοί, κάνω κάθε καλοκαίρι μπάνια για λόγους υγείας. Πήγα και φέτος σ’ ένα νησί της Ελλάδας μας και αυτά που αντίκρισα, δεν περιγράφονται. Οι γυναίκες γυμνές, χωρίς κανένα σεβασμό και ντροπή… να περιφέρονται στην παραλία! Έξω τα στήθη τους. Αίσχος, αδελφοί μου, θα μας κάψει ο Θεός. Πού πάμε!
Πού… «πάμε»; Πού πήγαινε αυτός να λες, Όχι… «πού πάμε» όλοι… Καθότι γύρω της η Αριστέα, δεξιά, αριστερά, μπρος, πίσω, είδε όλους αυτούς τους ταλαιπωρημένους χωριανούς της να παρακολουθούν ανέκφραστοι το θείο κήρυγμα. Δεν είχαν δει ποτέ θάλασσα ούτε στα όνειρά τους. Δεν είχαν πάει διακοπές. Δεν έκαμαν μπάνια στην παραλία. Ποιος ο παράδεισος, η κόλαση ποια;
Μήπως ήταν τυχεροί αυτοί που μπορούσαν να πάνε να κάνουν μπάνια στην παραλία για λόγους υγείας; Αφού δεν τους έκαιγε ο Θεός, μάλλον…










