Πώς η Χρυσή Αυγή θα πάρει 40%

Και να που ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος, ο Κουβέλης, έχουν υπολογίσιμο αντίπαλο τον Αλέξη Τσίπρα. Ο οποίος με όλη του την άνεση θα επεξεργαστεί τώρα σχέδιο ανάληψης της εξουσίας για πρώτη φορά από την αριστερά. Αισθάνθηκαν την ανάσα του Αλέξη στο σβέρκο τους στις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012. Στις επόμενες όμως εκλογές, όποτε γίνουν, το παιχνίδι θα παιχτεί «στα ίσα». Κι ενώ ο Σαμαράς θα είναι εξ ορισμού σε πολύ δυσκολότερη θέση απ’ αυτήν που ήταν τον Ιούνιο του 2012, ο Αλέξης σαφώς θα βρίσκεται σε καλύτερη.

Για ν’ ανοίξουν οι διαδικασίες με σκοπό τη δημιουργία της Νέας Μεγάλης Δεξιάς, η οποία θα ρουφήξει το κόμμα του Πάνου Καμμένου, μέρος της Χρυσής Αυγής και τα υπολείμματα του Καρατζαφέρη και να επανέλθει έτσι η παράταξη στο «ιστορικό χαμηλό» του 35%, θα πρέπει ν’ αποχτήσει νέα και πιο συνθετική, κυρίως όμως πιο «καθαρή» ηγεσία από αυτήν του Αντώνη. Άρα πρέπει να χάσει ο Σαμαράς τις επόμενες ή (αν είναι τυχερός) τις μεθεπόμενες εκλογές.

Από ποιον όμως μπορεί να χάσει ο Αντώνης; Μα… μόνο από τον Αλέξη! Άρα, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο Αλέξης θα γίνει πρωθυπουργός, ίσως και αυτοδύναμος!

Και θα χάσει ο Αντώνης μόνο από τον Αλέξη, επειδή το ΠαΣοΚ (ή όπως αλλιώς ονοματιστεί το νέο κόμμα που θα γίνει στη θέση του) δεν θα είναι ικανό «να χτυπήσει» τις επόμενες ή τις μεθεπόμενες εκλογές. Θα θέλει χρόνο, πολύ περισσότερο χρόνο για ν’ ανακάμψει ως παράταξη.

Ποιος λοιπόν ή τι θα αναχαιτίσει τον Αλέξη Τσίπρα;

Τα πράγματα έχουν πάντα την δική τους δυναμική, ενίοτε κρύβουν εκπλήξεις, η λογική όμως απάντηση στο ερώτημα περί αναχαίτισης είναι απλή: Ο ίδιος ο Τσίπρας. Και μόνο αυτός. Διότι ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ έχει να λύσει ένα δομικό πρόβλημα: Ηγείται ενός κόμματος που – κατά τα φαινόμενα – θα μεγαλώσει, αλλά η βάση του είναι ετερόκλητη. Η πλειοψηφία των ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξέρουν καν τι σημαίνει «αριστερά», δεν έχουν ιδέα. Ο Αλέξης Τσίπρας θα επιχειρήσει τώρα να καταργήσει τις δώδεκα κομμουνιστογενείς συνιστώσες του και να τις ενώσει σε μια μεγάλη αριστερή παράταξη, αναβιώνοντας την ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού, με την ελπίδα ότι μέσα στο νέο σκηνικό θα καταφέρει «να εκπαιδεύσει» πολιτικά την νεόκοπη εκλογική του πελατεία και να την στερεοποιήσει. Όμως αυτό απαιτεί τάχιστη μετακίνηση τόσο σε επίπεδο αριστερών ιδεών και αρχών, όσο και σε επίπεδο ρητορείας, αλλά και πολιτικής πρακτικής. Το στοίχημα που θα παιχτεί, είναι προφανές: Θα συμβιβαστούν τάχα οι συνιστώσες του με το εγχείρημα; Θα δελεαστούν ίσως από το κίνητρο της εξουσίας, ώστε «να βάλουν νερό στο κρασί τους»; Θα παρακολουθήσουν μήπως τους νέους συντρόφους τους στην απολίτικη συστράτευση;

Τα ερωτήματα και τα στοιχήματα είναι πολλά, επιμερίζονται δε σε ακόμα περισσότερα. Η κοινή λογική λέει ότι – λόγω του «μέσου όρου» στον νέο λόγο του – ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα καταφέρει να ενώσει ψυχικά αυτό το θυμωμένο πλήθος, επομένως θα απογοητεύσει και τους μεν και τους δε, και τους παλιούς συντρόφους του και τους νέους. Άρα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στους δύο όγκους. Κανείς σήμερα στην Ελλάδα δεν αμφιβάλλει ποιον από τους δύο θα διαλέξει ο φιλόδοξος νεαρός αρχηγός.

Αλλά στην επιλογή του αυτή θα βρεθεί μπροστά σε νέο πρόβλημα: Για να ικανοποιήσει το ευάριθμο πλέον εκλογικό του σώμα, κυρίως όμως για να το αυξήσει, θα πρέπει να κάνει πράγματα σαν εκείνα που έκαμε ο Ανδρέας το 1981: Να διπλασιάσει τους μισθούς και τις συντάξεις, να μοιράσει χρήμα στον κόσμο, να επαναφέρει το όραμα διορισμού του νέου στο Δημόσιο, ει δυνατόν μέσω του κόμματος και όχι κάποιας αξιοκρατικής αρχής.

Διότι σήμερα είναι γνωστό: Ο Ανδρέας δεν ενέπνευσε το πλήθος επειδή ήταν όμορφος ή μάγκας. Η αλήθεια είναι ότι ΕΞΑΓΟΡΑΣΕ το πλήθος. Με λεφτά βέβαια. Με λεφτά γίνεται όμορφος ακόμα και ο Κουασιμόδος. Τα οποία εκείνος (ο Κουασιμόδος) μπορούσε τότε να δανείζεται. Ήταν και τα τρισεκατομμύρια δραχμές που έρρεαν από τα Κοινοτικά Ταμεία με την απατηλή συνθήκη να δημιουργηθεί παραγωγική υποδομή… Ο κόσμος έφαγε καλά. Το γλέντησε. Και, φυσικά, ψήφιζε. Μέχρι που του άρπαξαν το ζαχαρωτό από το στόμα.

Το ψητό στο οποίο ο ψηφοφόρος έκανε «βουρ» επί χρόνια, χρειαζόταν μόνο ένα πασπάλισμα με σοσιαλιστικό κέτσαπ, έτσι για να υπάρχει και μια επίφαση προοδευτικότητας και αριστεροσύνης, ο Ανδρέας αυτή την τέχνη την ήξερε, την είχε σπουδάσει, τα υπόλοιπα ήταν θέματα ρουτίνας. Ο μη προνομιούχος Έλληνας που έφαγε το «μη» κι έγινε σκέτο προνομιούχος, πώς να μη σαλτάρει το 2010; Αλλά και πώς να μην ξεδώσει το 2012;

Όμως… ο Αλέξης; Τι απ’ αυτά που έκαμε ο Ανδρέας, μπορεί να κάνει ο Αλέξης; Απλά: Τίποτα! Διότι… είπαμε: Δεν είναι θέμα χαρισμάτων. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την άποψη ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι πολύ πιο χαρισματικός από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Λίγα μαθήματα θέλει ακόμα στο πώς θα σηκώνει τα χέρια του σαν φτερούγες και στο πως θα σμίγει τα φρύδια του, όταν θα επιτίθεται στους αντιπάλους. Αλλά, δεν φτάνουν αυτά. Διότι σ’ αυτή τη ζωή, γόη και μάγκα σε κάνει μόνο το χρήμα, δεν σε κάνει το οπλοστάσιο των θεϊκών χαρισμάτων σου.

Εν κατακλείδι, ο αρχηγός της νέας ΕΔΑ, δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει την εκλογική του πελατεία. Άλλωστε την κακόμαθε ο Ανδρέας, όλοι θυμούνται την δεκαετία του ’80, όπως θυμάται ο ξενιτεμένος το χωριό του. Αυτός λοιπόν ο πολίτης, εθισμένος στο ναρκωτικό εκείνο, ηδονισμένος από τον σοσιαλισμό «του τρίτου δρόμου» που θα έβαζε τάχα τη δεξιά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, δεν θα ξεμάθει τώρα, μοιραία θα κάνει τις συγκρίσεις κάποια στιγμή, θ’ απογοητευτεί. Και θα φύγει.

Το νέο πρόβλημα είναι: Πού θα πάει, άμα φύγει;

Για ν’ απαντήσει κανείς στο «πού θα πάει, αν φύγει;», πρέπει να ερευνήσει τον μηχανισμό της σκέψης που τον έφερε στον ΣΥΡΙΖΑ.

Λοιπόν, ο μηχανισμός της σκέψης που έφερε αυτή την ογκώδη εκλογική πελατεία στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ακριβώς ίδιος με τον μηχανισμό που ένα τμήμα αυτού του όγκου βρήκε καταφύγιο στους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου και στη Χρυσή Αυγή του Νίκου Μιχαλολιάκου. Ίδιος. Και κωδικοποιείται με τις εξής λέξεις: «Να τιμωρηθεί το πολιτικό σύστημα», να φάει μπουνιές, καρπαζιές, κλωτσιές, όπως η Κανέλλη από τον Κασιδιάρη.

Ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά, ένας θηρίος κόσμος που δεν ασχολιόταν με την πολιτική, δεν ήξερε ούτε τον βουλευτή του νομού του, ούτε τον υπουργό, ούτε καν ποιο κόμμα ήταν στην εξουσία και ποιο στην αντιπολίτευση, ένα πλήθος που δεν ξέρει να πει «ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά», ένας ανεξέλεγκτος υδάτινος όγκος ξεχύθηκε από ένα τεχνητό φράγμα που έσπασε, θα έπρεπε τώρα να διαλέξει ψηφοδέλτιο. Διάλεξε λοιπόν όποιο άκουγε «πιο ευχάριστο». Η αποφορά των ενοχών, ο θολός αχός της απολογίας που από το ΠαΣοΚ και τη Νέα Δημοκρατία έφτανε στ’ αυτιά της μάζας, ήταν απωθητικός. Ενώ το άκουσμα «Χρυσή Αυγή» έμοιαζε με τρελές διακοπές στην Χρυσή Ακτή, κάτι ανάμεσα σε Σεϋχέλλες και τη Χαβάη, ο Αλέξης Τσίπρας που ακουγόταν «πιο μαζεμένος», έπεφτε γάντι σ’ εκείνους που ήθελαν «να σκεφτούν σοβαρά και υπεύθυνα», ενώ για άλλους, που είχαν γοητευτεί στο μεταξύ από διάφορες ελκυστικές θεωρίες συνωμοσίας, ταίριαζε γάντι ο Πάνος Καμμένος. Κάτι σα να αποφαίνεται η Τουρκική μάζα για το ποια Ισπανική ομάδα είναι καλύτερη: Η Ρεάλ; Η Μπαρτσελόνα; Ή μήπως… η Τσέλσι;

Η εκλογική πελατεία των τριών αντιμνημονιακών κομμάτων είναι τώρα μια πλαστελίνη. Όποιο από τα τρία κόμματα απογοητεύσει την πελατεία του, θα εργαστεί για τα άλλα δύο. Κανένας από τους τρεις αντιμνημονιακούς αρχηγούς δεν μπορεί πια «να βάλει νερό στο κρασί του», χωρίς να το πληρώσει ακριβά. Όποιο από τα τρία κόμματα «σοβαρέψει», θα χάσει τις ψήφους του μαζικά υπέρ των άλλων δύο.

Ξέρετε κάτι; Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να σοβαρέψει. Και θα το κάνει. Γιατί είναι στο αίμα του να το κάνει. Είναι το αριστερό χρέος του. Πιθανόν να το κάμουν και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, αφού δεν θα τους βγαίνουν για πολύ οι κορόνες… Αλλά η Χρυσή Αυγή θα παραμείνει ατόφια. Θα είναι εκεί για να εισπράξει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους που προσέτρεξαν αλαφιασμένοι άλλοι μεν στον Αλέξη Τσίπρα, άλλοι δε στον Πάνο Καμμένο. Η εκδίκηση στο σύστημα μόλις τότε θ’ αρχίζει. Ο ισχυρισμός ενός νεαρού βουλευτή της Χρυσής Αυγής ότι «το 7% είναι εύκολο να γίνει 40%», είναι απολύτως σωστός. Και τεκμηριωμένος.

Αναχαίτιση λοιπόν του Αλέξη; Ποιος αμαθής μιλάει για αναχαίτιση του Αλέξη; Όχι ότι δεν μπορεί να γίνει, αλλά… δεν πρέπει να γίνει. Αναζητώντας τον ορθό πολιτικό λόγο, θα λέγαμε ότι δεν είναι σωστό να μιλάμε για αναχαίτιση του νεαρού αρχηγού. Κάτι τέτοιο θ’ αποτελούσε νέο και μεγαλύτερο πρόβλημα στην πολιτική ζωή της χώρας. Το σωστό θα ήταν να επιδιώξουμε την δημιουργία μιας θετικής πολιτικής δύναμης, όχι για ν’ αναχαιτίσει τον Τσίπρα στ’ αριστερά ή τον Μιχαλολιάκο στα δεξιά, αλλά για να χαράξει για πρώτη φορά στη νεότερη Ιστορία της Ελλάδας την εθνική πολιτική που δεν είχαμε ποτέ και δεν έχουμε ακόμα.

Αλλ’ αυτό είναι το δυσκολότερο απ’ όλα. Διότι απαιτούνται ιδεολόγοι να στηρίξουν ενώπιον της μάζας το νέο όραμα. Και δεν υπάρχουν. Τους καταβρόχθισε η απαξίωση του πρότερου καιρού. Άσε που το πλήθος θέλει αίμα. Δε φτάνουν οι αυτοκτονίες. Αυτές περνάνε «στο ντούκου». Κοντά τρεις χιλιάδες αυτοκτονίες, δηλαδή θυσίες, και «δεν άνοιξε μύτη», δεν συνδέθηκαν με τον εξευμενισμό των θεών… Όμως η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου ακόμα σήμερα είναι στην κορυφή της ατζέντας και στοιχειώνει τους αντιεξουσιαστές…

Σ’ αυτό το αποπνικτικό πολιτικό κλίμα η μόνη ελπίδα θα μπορούσε να προέλθει από δύο πηγές: Από το λαό, πρώτον, που θα έφτιαχνε ένα νέο απενοχοποιημένο κεντρώο κόμμα «από τα κάτω» ή, δεύτερον, από… το ΠαΣοΚ, που θα αυτοδιαλυόταν, ίσως, για να γίνει ένα νέο κόμμα, μία μεγάλη μετριοπαθής παράταξη, πάντα στο χώρο του Κέντρου.

Το πρώτο φαντάζει ανέφικτο. Το δεύτερο μάταιο.

Ανέφικτο, επειδή έχουν απαξιωθεί, έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία όλες οι διαδικασίες του «διαλόγου με το λαό» και, μάταιο, επειδή οι ζυμώσεις για ανασυγκρότηση του κεντροαριστερού (ή, καλύτερα, του κεντρώου) χώρου θα καπελωθούν εκ νέου από τους επιζώντες της Χιροσίμα.

Μια τρίτη πηγή ελπίδας δεν είναι θέμα του άρθρου τούτου…

Προηγούμενο άρθροΗ άλλη «Εθνική Ελλάδος»
Επόμενο άρθροΑγαπητοί (βόρειοι) Ευρωπαίοι… ΩΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΕΚΕΙ
Παντολέων Φλωρόπουλος
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Ζει στο Αγρίνιο από το 1984. Εργάστηκε στο τοπικό ραδιόφωνο (1990 – 1992) και ξανά την περίοδο 1994 - 1996. Ιδρυτής και συντάκτης του σατιρικού “αραμπά” του Αγρινίου (1991 – 1997). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας “Αναγγελία” (2000) μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της. Έχει γράψει ποίηση, 168 παραμύθια και 1.111 χρονογραφήματα, κατέγραψε εκατοντάδες λαϊκούς μύθους και θρύλους, ενώ δημοσίευσε πολλές χιλιάδες πολιτικά και πολιτιστικά άρθρα. Το πρώτο του βιβλίο, “η πολιτεία των λουλουδιών” (παραμύθι) κυκλοφόρησε το 1980. Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε συλλεκτικές εκδόσεις λίγων αντιτύπων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ