Λοιπόν; Τι κάνουμε τώρα λοιπόν; Απλά: Περιμένουμε τι θα γίνει.
Αλλ’ αυτό που θα γίνει, δεν θα έχει ίχνος από τη δική μας βούληση. Όταν θα γίνει, θα διαπιστώσουμε αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Αν θα συμφωνούμε, θα είναι από τύχη. Αν θα διαφωνούμε, δεν θα μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Γι’ αυτό σου λέω, Γιάννη μ’…
Μπορούμε μόνο να προνοήσουμε. Άλλοι το λένε αλλιώς: Να προφητέψουμε. Κι ανάλογα με την πρόνοια ή την προφητεία, να προσαρμοστούμε σ’ αυτό που ΘΑ γίνει. Και με το οποίο μπορεί να συμφωνούμε, μπορεί να διαφωνούμε. Ό,τι όμως κι αν κάνουμε, δεν θα έχει καμιά σημασία. Διότι θα συμβαίνει ερήμην μας.
Έτσι που λες…
Τίθεται το ερώτημα: Λοιπόν; Τι κάνουμε τώρα λοιπόν; Απλά, περιμένουμε τι θα γίνει; Ερώτηση είναι αυτό. Κοίτα το ερωτηματικό που έβαλα στο τέλος. Ρωτάω: Περιμένουμε απλά τι θα γίνει;
Δεν το αντέχω αυτό, Γιάννη μ’…
Θέλω να κάνω κάτι για να μην περιμένω να γίνει αυτό που θ’ αποφασίσουν κάποιοι άλλοι, αλλού.
Ψάχνω τι. Κάτι. Ό,τι κι αν είναι. Αρκεί να μην είναι μέρος της δικής τους απόφασης, αλλά της δικής μου.
Κι άρχισα που λες, να ξαναγράφω ποιήματα. Δώδεκα χρόνια πέρασαν από τότε που έγραψα το τελευταίο μου ποίημα. Είχα σταματήσει. Κι έγινε το εξής: Μια μέρα που συζητούσαμε μ’ ένα φίλο, είπε: «Μη γράφεις τόσα πολλά. Κούρασες». Δεν είπε «κουράστηκες». Είπε «κούρασες». Με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Όχι γιατί κούρασα. Όχι γιατί κουράστηκα. Μου έλεγε να γίνω στο εξής εκδότης, αλλά όχι γραφιάς, την ύλη πρέπει να τη γράφουν οι άλλοι. Διότι, καθώς λέει ο ένας, κούρασα και καθώς λέει ο άλλος, κουράστηκα και καθώς είπε κάποιος άλλος «αυτός είναι εγωιστής, νοιάζεται μόνο για την αυτοπροβολή του». Τέτοια είπανε και δε μπορώ ν’ αγνοήσω αυτή την κριτική, Γιάννη μ’…
Αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι εγώ ψάχνω για να κάνω κάτι που θα είναι αύριο μέρος της δικής μου απόφασης και όχι της εξουσίας. Αυτό που ΘΑ γίνει στον κόσμο ερήμην όλων ημών, θέλω να βρει μπροστά του μπάστακα, πώς να το πω, ένα ψηφίδιο αντίστασης, κάτι που δεν προγραμματίστηκε από την εξουσία, αλλ’ απ’ την ψυχή μου. Σαν το χορταράκι που φύτρωσε στον απέναντι τοίχο. Ε, βρήκε έναν κόκκο χώματος που απίθωσε ο αέρας σε μία ρωγμή, φώλιασε το σποράκι του εκεί κι άρχισε μετά να τρυπάει το τσιμέντο για να βρει το πολύ χώμα πίσω από το τσιμέντο, η ρίζα του έγινε γεωτρύπανο και χώθηκε στα βάθη για να εξασφαλίσει τροφή σ’ ένα απλό χορταράκι. Που όμως είναι τώρα εκεί σε πείσμα της εξουσίας που έφτιαξε έναν τσιμεντένιο τοίχο στον κήπο της. Κάπως έτσι λέω κι εγώ. Κι άλλο δε βρίσκω να κάνω για τον κόσμο που χάνεται, από το ν’ αρχίσω να γράφω πάλι ποιήματα.
Κι έγινε αυτό που δεν περίμενα, Γιάννη μ’: Μόλις έγραψα το πρώτο, ήρθε το δεύτερο. Και το τρίτο. Έχω τώρα δέκα μέρες που γράφω δύο ή τρία ή και τέσσερα ποιήματα την ημέρα. Τα χώνω στο συρτάρι. Πού θα πάει όμως; Πάλι θα βάλω το φίμωτρο στο χέρι. Αυτό που κάνω δεν είναι σωστό. Πρέπει να βρω κάτι άλλο. Τι να σου κάνουν τα ποιήματα σε έναν κόσμο με πυρηνικές κεφαλές; Δεν τα δημοσιεύω λοιπόν για να μη νομίσει κανείς ότι επιδιώκω αυτοπροβολή. Τι αυτοπροβολή μωρέ; Σου λέω: Ψάχνω για να κάνω κάτι που να είναι αύριο μέρος της δικής μου βούλησης και όχι της δικής τους. Γράφω αυτά τα ποιήματα προσωρινά, μέχρι να βρω κάτι άλλο, το κάνω στην ουσία για να διαχωρίσω τη θέση μου από τη συλλογική παραίτηση και την αδράνεια, δεν αντέχω να κάνω αυτά που με διατάζουν, ούτε αυτά που πρέπει, θέλω να κάνω κάτι που δεν πρέπει, κάνω κάτι για το οποίο η εξουσία και οι εξουσιαζόμενοι αντιμετωπίζουν ήδη σαν ένα σκέτο ποινικό αδίκημα.












