Πέμπτη, 25 Ιουλίου, 2024

Ποίηση: Ταξίδι στην άκρη της γης

Κοινοποίηση

Θα έπρεπε ν’ απαγορεύεται η δημοσίευση ποιημάτων αν δεν είναι της αξίας εκείνων των στίχων του Σεφέρη που λέει: “Είτε βραδιάζει, είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί”. Ή, έστω, αν δεν είναι της αξίας ενός ποιήματος του Καβάφη, ας πάρουμε ένα στην τύχη: «Μέρες του 1908». Θα έπρεπε ν’ απαγορεύεται η δημοσίευση ποιημάτων, που λέει ο λόγος, ή να επιτρέπεται η δημοσίευση κειμένων χωρίς την ένδειξη “ποιήματα”, ώστε να προστατεύεται το Όνομα της Ποίησης, το brand που λένε και οι Αγγλομαθείς.

Από τους «χίλιους ορισμούς της ποίησης» που έλεγε ο Γιάννης Υφαντής στον «αραμπά» της δεκαετίας του ’90, ένας τουλάχιστον μπορεί να είναι και ο εξής: Η Ποίηση αντιστοιχεί στο Χρυσό γένος του Ησιόδου. Είναι η εγκατάλειψη όλων των ειδών του Λόγου. Και κάθε Λόγου. Κάθε λόγου και πράξης.

Χρυσό γένος. Κατά τον Πρόκλο, είναι το ανώτερο νοητικό. Το οποίο εμείς το καταλαβαίνουμε ως εξής: Το Χρυσό γένος, που αντιστοιχεί στην έβδομη διάσταση ή στον “έβδομο ουρανό” για να χρησιμοποιήσουμε την οικεία έκφραση, δηλαδή η ποίηση, συνυπάρχει με το αργυρό (έκτη διάσταση) και το χάλκινο (πέμπτη διάσταση), συνυπάρχει με τη μορφή κλίμακας, η βάση της οποίας είναι το σιδερένιο γένος της τρίτης διάστασης και πρώτο σκαλί προς τα πάνω το ηρωικό γένος, η τέταρτη διάσταση.

Ας πάρουμε λοιπόν από την αρχή την υπόθεση ότι Ποίηση είναι η εγκατάλειψη όλων των ειδών του Λόγου. Και κάθε Λόγου. Κάθε λόγου και πράξης.

Ακούμε το δημοτικό τραγούδι του «Μενούση» και το βάζουμε δίπλα στις «Μέρες του 1908» του Καβάφη. Κι έχουμε κατά νου τον στίχο του Σεφέρη: “Είτε βραδιάζει, είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί”. Βάζουμε το ερώτημα: Πώς γράφεται ένα τέλειο ποίημα; Ή, απλώς: Πώς γράφεται ένα ποίημα;

Μπορούμε να πούμε τα εξής:

Ένα ποίημα μπορεί να είναι ένας στίχος, όπως ο λόγος του Σεφέρη για το γιασεμί. Μπορεί όμως να είναι και μια ολόκληρη ιστορία. Ο “Μενούσης” είναι ένα μυθιστόρημα ολόκληρο γραμμένο σε λίγες στροφές με απλές δωρικές λέξεις που δίνουν μερικά σκίτσα εικόνων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις “Μέρες του 1908”. Και τα δύο ποιήματα είναι ιστορίες ή μύθοι, ιστορήματα ή μυθιστορήματα, μπορεί να είναι και παραμυθιστορήματα, κοινό τους δε σημείο είναι η Δωρική αφήγηση, το λακωνίζειν. Για να επιτευχθεί αυτό, δεν απαιτείται η έμπνευση, όπως νομίζουν οι πολλοί, ούτε το ταλέντο, αλλά η τετράγωνη λογική. Που αφαιρεί τα περιττά και κρατάει τα απολύτως απαραίτητα. Είναι μία μαθηματική σκιαγράφηση, η οποία επιτρέπει στον αναγνώστη να ανασταίνει κάθε φορά το μύθο ο ίδιος. Κι έτσι να γίνεται ο καθένας, μα ο καθένας, να γίνεται δημιουργός της ιστορίας και να ευφραίνεται όχι διαβάζοντας Καβάφη ή τον άγνωστο εκείνο ποιητή που αφηγήθηκε τον “Μενούση”, αλλά συγγράφοντας ο ίδιος το ένα ή το άλλο, τον “Μενούση” ή τις “Μέρες του 1908”. Στη λειτουργία της λογοτεχνίας δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο ερέθισμα του Καβάφη που γράφει τις “Μέρες του 1908” και στον αναγνώστη που διαβάζει αυτό το αποτύπωμα του Καβάφη. Δεν υπάρχει διαφορά, επειδή φρόντισε ο Καβάφης να μην υπάρχει. Και ΑΥΤΗ τελικά είναι η μεγαλειώδης αξία του ποιητή: Το πνευματικό επίτευγμα να ΜΗΝ παρεμποδίζει τον αναγνώστη του να γίνει ποιητής διαβάζοντας ή γράφοντας την ίδια ιστορία ξανά και ξανά.

Ύστερα απ’ αυτό θα τολμούσαμε να δώσουμε όχι έναν ακόμα ορισμό για την ποίηση, αλλά έναν ορισμό για τον ποιητή: Είναι ο αναγνώστης του βιβλίου της ζωής. Μετά από ένα ταξίδι στην άκρη της γης, γεμάτο περιπέτειες κι εμπειρίες, συλλογή γνώσεων και αφύπνιση των αισθήσεων, έμαθε το αλφάβητο αυτού του βιβλίου και, τώρα, το διαβάζει φωναχτά εις επήκοον πάντων κάνοντας να λάμψει παντού και για πάντα η γεωμετρία του.

Και τι σημαίνει “εγκατάλειψη όλων των ειδών του Λόγου και κάθε Λόγου, κάθε λόγου και πράξης”;

Σημαίνει ότι δεν μπορεί να γράψει ποίηση, αληθινή ποίηση, ο συγγραφέας που εκτονώνει την έντασή του σε άλλα κείμενα ή σε άλλες δράσεις ή και στα δύο. Το ποίημα απαιτεί πυρηνική συσσώρευση της ισχύος. Όπως σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα δε χωράνε ρωγμές, επειδή είναι απολύτως επικίνδυνο, έτσι και στην ποίηση. Όταν γράφεις το “είτε βραδιάζει, είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί”, κατακτάς την τετράγωνη λογική, κι αυτό είναι μία τέλεια γεωμετρία, δεν είναι αλλιώς, δεν μπορεί να είναι αλλιώς ή κάπως αλλιώς. Είναι έτσι. Πάει και τέλειωσε. Απόλυτο. Δηλαδή θεϊκό.

Το Χρυσό γένος των ανθρώπων ζει στον «έβδομο ουρανό», στην έβδομη διάσταση, είναι ακριβώς στο όριο ανάμεσα στη θέωση και την ενσάρκωση, στην απαλλαγή δηλαδή των οντοτήτων από το βύθισμα στην ύλη και στην επιστροφή στις άυλες σφαίρες. Οι άνθρωποι που ανήκουν στο Χρυσό γένος, έχουν ελευθερωθεί, δεν τους αγγίζει πια η ειμαρμένη, δεν έχουν καμία ανάγκη να ενσαρκωθούν για να τελειωθούν, έχουν ήδη τελειωθεί, αν το κάνουν, το κάνουν μόνο για να βοηθήσουν άλλους, αγαπημένους. Και είναι ποιητές, είτε γράφουν, είτε δεν γράφουν ποιήματα, είναι ποιητές, είτε είναι γνωστοί, είτε είναι άγνωστοι στο κοινό. Αυτό σημαίνει “εγκατάλειψη όλων των ειδών του Λόγου και κάθε Λόγου, κάθε λόγου και πράξης”;

Αλλά πώς καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό το ποίημα είναι καλό και το άλλο δεν είναι; Η απάντηση είναι απλή: Δεν το καταλαβαίνει. Ούτε υπάρχει τρόπος για να δοθεί από τον δάσκαλο στο μαθητή, ώστε ο αναγνώστης να διακρίνει το καλό από το κακό ή το μέτριο από το άσχημο. Τα μέλη του Χρυσού γένους γίνονται αντιληπτά μόνο από τα υπόλοιπα μέλη του Χρυσού γένους (διότι, “όμοιος ομοίω αεί πελάζει”, καθώς λέει ο Πλάτων) δεν γίνονται όμως αντιληπτά από τα μέλη του αργυρού ή του χάλκινου, πολλώ δε μάλλον του ηρωικού ή του σιδερένιου. Για να κυριολεκτήσουμε, γίνονται αντιληπτά μέχρι του βαθμού που είναι εφικτό για την συχνότητα στην οποία εκπέμπει το καθένα από αυτά. Αυτός είναι ο λόγος που αισθάνεται μοναχικά μέσα στο πλήθος ο ανώτερος άνθρωπος. Η ασφυξία του έχει να κάνει με τα έξι έβδομα, με τα πέντε ή τα τέσσερα ή τα τρία έβδομα. Ο ποιητής αισθάνεται ευτυχής μόνο στα επτά έβδομα. Σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο αισθάνεται δυστυχής.

Αν «η αρχή της δημοσίευσης είναι η βάση της δημοσιογραφίας» για την ποίηση ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Το ποίημα, δηλαδή το τέλειο ποίημα, δεν μπορεί να προκύψει αν έχει σκοπό του (ή, καλύτερα, αν έχει αυτοσκοπό του) την δημοσίευση. Προκύπτει από το “κράτημα”, από την μακρά, μυστική, αδήλωτη εργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στην τετράγωνη λογική, όχι με αναγωγές ή βυθοσκοπήσεις, ούτε προσθέτοντας ή πολλαπλασιάζοντας ή διαιρώντας, αλλά με ΑΦΑΙΡΕΣΗ, όπως ταιριάζει στην ύλη, εντός της οποία είναι φυλακισμένη η ψυχή. Με συνεχή και διαρκή αφαίρεση πετάς ένα – ένα τα σκουπιδάκια, ξύνεις τις σκουριές, όπως ακριβώς ο γλύπτης “ανακαλύπτει” μέσα στην πέτρα το άγαλμα πελεκώντας το περίβλημά του. Να γιατί δεν είναι καλός ποιητής αυτός που εξηγεί τον κόσμο με αναγωγές ή με πληροφορίες, όσο καλά και να τις συνθέτει. Ο ποιητής εργάζεται αντίστροφα. Είναι ο μόνος που δεν ακολουθεί την επιστήμη, αλλά συναντιέται μαζί της, δεν ακολουθεί την πολιτική, αλλά συνουσιάζεται μαζί της, δεν ακολουθεί το επιχειρείν, όταν όμως το κάνει, για όσο το κάνει, είναι ο καλύτερος επιχειρηματίας.

Και είναι αυτό μία διαδικασία. Είναι ένα νοητικό ταξίδι από δω μέχρι την άκρη της γης, γεμάτο περιπέτειες κι εμπειρίες, συλλογή γνώσεων και αφύπνιση των αισθήσεων, προπάντων είναι η διέγερση της ατομικής και της συλλογικής Μνήμης. Είναι ένα ταξίδι όχι μόνο για ποιητές, αλλά για τον καθένα που θυμάται μέσα του το Χρυσό γένος, το πρώτο γένος των ανθρώπων που έφτιαξαν οι θεοί, πριν από την πτώση, ένα ταξίδι για κάθε άνθρωπο, είτε γράφει, είτε δεν γράφει ποιήματα.

«Πριν από την πτώση»;

Μήπως συμβαίνει και το άλλο; Μήπως το Χρυσό γένος αντιστοιχεί στην Ονομαστική; Η Ονομαστική δεν είναι πτώση. Είναι η ακέρια κατάσταση πριν από την πτώση. Πτώσεις είναι η Γενική, η Δοτική, η Αιτιατική και η Κλητική.

Η Γενική, στην οποία αντιστοιχεί το αργυρό γένος. Η Δοτική, στην οποία αντιστοιχεί το χάλκινο γένος. Η κατάργηση της Δοτικής σημαίνει το σπάσιμο ενός κρίσιμου κρίκου, σημαίνει την κατάργηση ενός «γένους», ενός επιπέδου, ενός κρίσιμου σκαλιού που με την ύπαρξή του βοηθάει στην άνοδο του ανθρώπου και με την κατάργησή του στη νεοελληνική γλώσσα βοηθάει στην αιχμαλωσία μας από την Αιτιατική, στη δικτατορία του αιτίου και του αιτιατού. Η Αιτιατική, στην οποία αντιστοιχεί το ηρωικό γένος. Το προηγούμενο από το δικό μας. Χωρίς το σκαλοπάτι της Δοτικής, που θα μας οδηγούσε ψηλότερα, μέχρι την Αιτιατική μπορούμε να φτάσουμε και με αυτήν μόνο στη διάθεσή μας μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο μόνο με το δικτατορικό δίπολο “αίτιο – αιτιατό”. Και, τελευταία, η Κλητική. Στη οποία αντιστοιχεί το σιδερένιο γένος. Το δικό μας γένος. Η Κλητική. Που – με σημερινές λέξεις – θα μπορούσε να την πει κανείς Παρακλητική. Επειδή αντιπροσωπεύει την θλιβερή πνευματική κατάσταση, στην οποία περιέπεσε το πέμπτο γένος των ανθρώπων και, το μόνο που μπορεί να κάνει πια, είναι να προσεύχεται κλητικά, παρακλητικά, να δέεται δηλαδή, να ζητάει άνωθεν βοήθεια, για να επιστρέψει στον χαμένο παράδεισο, τον «έβδομο ουρανό»…

Ποιητικός Κώδικας

Tα γένη δεν διαδέχεται το ένα το άλλο. Συνυπάρχουν. Αλλά δεν συνυπάρχουν μόνο τα γένη. Σε κάθε γένος, σε κάθε μέλος του κάθε γένους, συνυπάρχουν φανερά ή μυστικά οι διαστάσεις, οι πτώσεις, οι αισθήσεις, οι δάκτυλοι, οι ιδιότητες και οι ταυτότητες.

Ποιητικός Κώδικας

Τα γένη δεν διαδέχεται το ένα το άλλο. Συνυπάρχουν. Αλλά δεν συνυπάρχουν μόνο τα γένη. Σε κάθε γένος, σε κάθε μέλος του κάθε γένους, συνυπάρχουν φανερά ή μυστικά οι διαστάσεις, οι πτώσεις, οι αισθήσεις, οι δάκτυλοι, οι ιδιότητες και οι ταυτότητες.

Αριθμοί

Γράμματα

Γένη

Διαστάσεις

Πτώσεις

Αισθήσεις

Δάκτυλοι

Ιδιότητες

Ταυτότητες

5

Ε

χρυσό

έβδομη

ονομαστική

όραση

αντίχειρας

ελεύθερος

ποιητής

4

Δ

αργυρό

έκτη

γενική

ακοή

δείκτης

κοσμοπολίτης

φιλόσοφος

3

Γ

χάλκινο

πέμπτη

δοτική

όσφρηση

μέσος

πολίτης

πολιτικός

2

Β

ηρωικό

τέταρτη

αιτιατική

γεύση

παράμεσος

υπήκοος

βασιλικός

1

Α

σιδερένιο

τρίτη

κλητική

αφή

μικρός

δούλος

θρησκευτικός

Τύμπανο 4 / Ιούνιος 2013

Παντολέων Φλωρόπουλος
Παντολέων Φλωρόπουλοςhttps://pantoleon.gr
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Ζει στο Αγρίνιο από το 1984. Εργάστηκε στο τοπικό ραδιόφωνο (1990 – 1992) και ξανά την περίοδο 1994 - 1996. Ιδρυτής και συντάκτης του σατιρικού “αραμπά” του Αγρινίου (1991 – 1997). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας “Αναγγελία” (2000) μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της. Έχει γράψει ποίηση, 168 παραμύθια και 1.111 χρονογραφήματα, κατέγραψε εκατοντάδες λαϊκούς μύθους και θρύλους, ενώ δημοσίευσε πολλές χιλιάδες πολιτικά και πολιτιστικά άρθρα. Το πρώτο του βιβλίο, “η πολιτεία των λουλουδιών” (παραμύθι) κυκλοφόρησε το 1980. Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε συλλεκτικές εκδόσεις λίγων αντιτύπων.
spot_img

Διαβάστε επίσης: