
Ο Αλέξανδρος πηγαίνει στην Τρίτη τάξη του Δημοτικού. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο του πηγαίνει στο σπίτι της νονάς του και διαβάζει τα μαθήματά του.
Γυρνώντας η νονά από την δουλειά τον ρωτάει από συνήθεια, όπως κάθε μέρα, αν έκανε τα μαθήματά του, ώστε να του δώσει άδεια για να παίξει με τα παιχνίδια του.
Ένα μεσημέρι μπαίνει στο σπίτι η νονά του Αλέξανδρου:
– Γεια σου, Αλέξανδρε!
Δεν πρόλαβε να του πει τίποτε άλλο. Ο Αλέξανδρος απάντησε στις ερωτήσεις όλων των προηγούμενων ημερών:
– Έχω διαβάσει τα μαθήματά μου και παίζω με τη φαντασία μου.
– Μα δεν σε ρώτησα…
– Θα με ρωτούσες, νονά! Γι’ αυτό σου το είπα.
Εκείνη τη μέρα ο Αλέξανδρος δεν περίμενε την άδεια της νονάς του για να παίξει.












