Εμείς, που δεν είμαστε μέλη κομμάτων, ούτε οπαδοί σωτήρων, “κοιτάμε μόνο τη δουλειά μας”, τι θέλουμε να γίνει στη χώρα; Ρωτάμε, αν και ξέρουμε εκ των προτέρων ότι… “οι μεν”, θ’ απαντήσουν “να φύγει ο Μητσοτάκης” και “οι δε”… α, τι θα πουν “οι δε”; Υπάρχουν; Ζουν σ’ αυτή τη χώρα; Γράφεται κάπου ο λόγος τους; Ακούγεται η άποψή τους; Ψάχνεις, αλλά ΔΕ βρίσκεις άποψη αυτών “των δε”… Ακούς μόνο την άποψη “των μεν” που μας ξεκουφαίνουν κάθε μέρα, που ξεσαλώνουν στο διαδίκτυο ή στις πλατείες με τις ντουντούκες…
Κι όμως, “οι δε”, οι πολίτες που ανήκουν στη “βουβή πλειοψηφία” του λαού, άποψη έχουν και παραέχουν, απλά, δεν τη δημοσιοποιούν, δεν τη λένε ούτε στους δημοσκόπους. Αποτέλεσμα; Να εκτίθενται ανεπανόρθωτα κάθε φορά οι δημοσκοπήσεις.
Αυτή η “σιωπηλή πλειοψηφία”, για λογαριασμό της οποίας γράφει αναντίρρητα κάθε μέρα “ο πάσα ένας” παριστάνοντας τον εκπρόσωπό της, ξεχνάμε (το ξεχνούν ακόμα και οι δημοσκόποι) ότι πάει κάθε “τέσσερα χρόνια” στην κάλπη και, ήσυχα – ήσυχα, ρίχνει ένα ψηφοδέλτιο. Ήσυχα πάλι, αθόρυβα, γυρίζει στο σπίτι. Γυρίζει, λέει, “στον καναπέ” της… Έχοντας αυτό κατά νου, θέτουμε ξανά το ερώτημα: Τι θέλουμε άραγε να γίνει σ’ αυτή τη χώρα; Τι λένε οι “πολίτες του καναπέ”;
Οι – τόσο ενοχοποιημένοι πια – “πολίτες του καναπέ” (οι “κυρ – Παντελήδες” κατ’ άλλους) ΔΕΝ πάσχουν ούτε από αντικομμουνισμό, ούτε από αντισύριζα μέτωπο, ούτε από φασισμό, ούτε από ρατσισμό, ούτε καν από ανίατη Μητσοτακίαση που πλήττει τελευταία σύσσωμη την πολυκομματική αντιπολίτευση, αριστερά και δεξιά της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας. Οι “πολίτες του καναπέ” σιωπούν δημόσια, όχι όμως στην καθημερινή τους ζωή, όχι εκεί που συνομιλούν μεταξύ τους. Δημόσια σιωπούν για λόγους αξιοπρέπειας, δε γουστάρουν να τους χρεώνουν οι χαχόλοι στον έναν ή στον άλλο αρχηγό, “οι δε” αντιπαθούν την ετικέτα. Δεν σιωπούν, επειδή είναι βούρλα. Όχι, δεν είναι μάζα, ούτε κοπάδι, αυτοί “οι δε” είναι σκεπτόμενος λαός, άδηλος και κρύφιος, λαός που δεν επιτρέπει σε κανέναν δημαγωγό να πατήσει πάνω στην οργή του αδικημένου πολίτη και να τη μετατρέψει σε όχημα της προσωπικής του εξουσίας.
Από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ο “πολίτης του καναπέ” δεν περιμένει να ξηλώσουν τον Μητσοτάκη, αξιώνει όμως ν’ ακούσει τι έχουν να πουν για τα πολλά προβλήματα της χώρας οι αρχηγοί που τον αμφισβητούν. “Οι δε” ανησυχούν γι’ αυτά που, επί παραδείγματι, γράφει στον προσωπικό λογαριασμό της στο facebook η Βάσω Καρροπούλου:
“Η επαρχία ερημώνει. Οι νέοι φεύγουν αναζητώντας καλύτερη ζωή στις πόλεις. Η δραστηριότητες μειώνονται, οι γεννήσεις μειώνονται. Όλα έχουν φθίνουσα πορεία. Κλείνουν Σχολεία, Τράπεζες, Ταχυδρομεία, Κέντρα Υγείας. “Η κότα γέννησε τ’ αβγό ή το αβγό την κότα”; Οι κυβερνητικές αποφάσεις ερημώνουν την επαρχία ή μήπως η ερήμωση της επαρχίας έχει ως αποτέλεσμα τις αποφάσεις για το κλείσιμο των Σχολείων, των Τραπεζών, των Ταχυδρομείων, των Κέντρων Υγείας; Το ερώτημα αυτό δεν έχει απάντηση. Στα χωριά οι άνθρωποι κάποτε είχαν ως εργασία την παραγωγή, τον Πρωτογενή Τομέα. Τώρα αυτό δεν το θέλει κανένας. Όχι γιατί δεν έχει μεροκάματο, αλλά γιατί έχει κόπο. Θέλουν δουλειά με “μισθό βρέξει – χιονίσει”. Απεχθάνονται την ανασφάλεια του ελεύθερου επαγγέλματος. Μισθό, κι ας είναι μισθός χαμάλη στο Super Market. Φεύγουν λοιπόν τα παιδιά και πάνε στα αστικά κέντρα ψάχνοντας όποια εργασία. Πίσω μένουν οι γέροι. Αλλά κάθε που πεθαίνει ένας γέρος, κλείνει ένα σπίτι. Σε λίγα χρόνια στα χωριά θα κατοικούν αγριογούρουνα και λύκοι. Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα. Η χώρα που δεν παράγει, δεν έχει μέλλον”.











