Ο Τσάβες, η αγελάδα, το κεραμίδι και ο καθρέφτης

Όταν έγινε το πρώτο μνημόνιο, το 2010, περίμενα (επιτρέψτε μου τον ενικό) στο κουρείο για να ρθει η σειρά μου. Κι όσο περίμενα, κουρευόταν ένας κύριος, άγνωστος σ’ εμένα, που, όπως κατάλαβα, ήταν δάσκαλος. Ο κουρέας μου σέβεται τους γραμματισμένους, πολλώ δε μάλλον έναν δάσκαλο που μαθαίνει τα παιδιά γράμματα. Κουρεύει και ταυτόχρονα συνομιλεί με τον πελάτη του. Και ρώτησε: “Πώς τα βλέπεις τα πράματα, δάσκαλε;”.

“Αν μειώσουν τους μισθούς, θα καταρρεύσει η Αγορά. Εμείς οι μισθωτοί κρατάμε όρθια την Αγορά. Αν κόψουν τους μισθούς, θα κλείσουν πολλές επιχειρήσεις και θ’ αυξηθεί η ανεργία”, είπε θυμωμένα ο δάσκαλος.

Δηλαδή (πήρα το λόγο) πρέπει το κράτος να πληρώνει υψηλούς μισθούς στους υπαλλήλους του για να μπορούν αυτοί να ξοδεύουν λεφτά κι έτσι να μένουν ανοιχτά τα μαγαζιά, ώστε να μην έχουμε ανεργία;

Θυμήθηκα τον διάλογο εκείνον διαβάζοντας ένα άρθρο του Ιάσονα Πιπίνη στον “Ελεύθερο Τύπο (13.11.2016) που έγραφε τι του είπε ένας οικονομολόγος στο Καράκας πριν από λίγο καιρό: «Για ποιο λόγο να θρέψεις μια αγελάδα και να την ταΐζεις να μεγαλώσει, από τη στιγμή που μπορείς να φέρεις την καλύτερη αγελάδα από την Αργεντινή, την οποία θα αγοράσεις με τα χρήματα από το πετρέλαιο;».

Και, πάλι, θυμήθηκα την Ελληνική Σχολή Σκέψης της δεκαετίας του ’80 και του ’90, που έλεγε: “Δεν χρειάζεται να καλλιεργώ ή να παράγω. Γιατί να κάνω τόσο κόπο; Αρκεί να έχω έναν μισθό για να έχω τα πάντα… Ό,τι χρειάζομαι, θα το αγοράζω”.

Αυτή η Σχολή Σκέψης ήταν η απόληξη παλαιότερης… βουκολικής αντίληψης που έλεγε θυμοσοφικά: “Βρέξει, χιονίσει, η καραβάνα να γιομίσει”. Πρόκειται για τον θεμέλιο λίθο της φιλοσοφίας και της πρακτικής που ακολούθησαν οι γενιές της μεταπολίτευσης.

Αυτή η… λαϊκότροπη οικονομική φιλοσοφία που, μεταλλαγμένη στις μέρες μας, ανήγαγε το δημοσιοϋπαλληλίκι σε ύψιστη αρετή, συμπορεύτηκε με την άλλη (ίδιας καταγωγής και προελεύσεως) που έλεγε απλά: “Να βάλω το κεφάλι μου κάτω από ένα κεραμίδι”. Αρχετυπική αντίληψη που μετατράπηκε μηχανιστικά σε ηθικό αξίωμα, ανατρέποντας την κοινή λογική, τροφοδότησε δε την βιομηχανία της οικοδομής στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα να εισάγουμε όλα όσα χρειαζόμαστε. Όχι ότι δεν παράγουμε τίποτα. Όσα όμως παράγουμε, δεν φτάνουν. Σε γενικές γραμμές η εγχώρια παραγωγή καλύπτει μόλις το ένα τρίτο των αναγκών μας. Άρα πρέπει να εισάγουμε. Κι αυτό έχει βαριές συνέπειες για την εθνική μας οικονομία. Συνέπειες που μας οδηγούν σε οδυνηρούς όσο και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς με τους δανειστές.

Αν μη τι άλλο, αυτές οι απλοϊκές φιλοσοφικές αρχές που ανέφερα παραπάνω, δείχνουν τη δύναμη και την ισχύ μιας αρχετυπικής ιδέας, όταν γίνεται κτήμα του λαού. Πολλές φορές, αυτές οι ιδέες που σφηνώνουν στο μυαλό του κοσμάκη, είναι ισχυρότερες από την πολιτική και την στρατιωτική εξουσία μαζί, κι απ’ όλα τα όπλα του συστήματος αντάμα, δεν διαφέρουν δε κι από την εξουσία που ασκούν οι θρησκείες στα μυαλά και τις ψυχές των ανθρώπων. Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτές οι απλοϊκές ιδέες είναι – με την ευρύτατη έννοιά τους – αριστερογενείς.

Την φιλοσοφία του Τσάβες στη Βενεζουέλα, όπως την καταγράφει ο Ιάσων Πιπίνης, ακολούθησαν πολλές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική. Το ίδιο συνέβη και με πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς στην Ευρώπη. Με πρώτο και καλύτερο τον Σύριζα.

Μόνο που στην Ελλάδα οι ιδέες αυτές ήταν πολύ ισχυρές σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Παρά την διακυβέρνηση που άσκησε η δεξιά, συμπεριλαμβανομένης της χούντας του Παπαδόπουλου, η Ελληνική οικονομία έχει ακόμα σήμερα πολλά (όσο και συσσωρευμένα) χαρακτηριστικά σοβιετικού τύπου. Η ηττημένη αριστερά του εμφυλίου μυθοποιήθηκε στην θυμοσοφική συνείδηση του λαού και, αναπαράγοντας αυτόματα το μύθο της (δεν υπάρχει ισχυρότερο χέρι εξουσίας από το μύθο) μπόλιασε τον συνδικαλισμό, τον έκαμε κάποια στιγμή κρατικοδίαιτο κι αυτόν, πέρασε και στην αντεπίθεση όταν της δόθηκε μια καλή αφορμή, η δικτατορία των μνημονίων.

Αλλά, με την αναπόφευκτη άνοδο του Σύριζα στην εξουσία, βγήκαν στον αφρό οι κεκαλυμμένες σκουριές των τελευταίων εξήντα χρόνων. Κοιτάζοντας τώρα στον καθρέφτη μας, τις βλέπουμε στα μούτρα μας, αλλά δεν ξέρουμε πια τι να πούμε και τι να κάνουμε… Γιατί σιχαθήκαμε (ατομικά και συλλογικά) τον ίδιο μας τον εαυτό.

Αλλά τα πράματα δεν είναι τόσο τραγικά. Το εθνικό χρέος ΔΕΝ είναι πρόβλημα. Θα λυθεί. Αρκεί να κατανοήσουμε εμείς (στους οποίους πέφτει πια η ευθύνη) ότι… δεν μπορεί το κράτος να πληρώνει υψηλούς μισθούς στους υπαλλήλους του και υψηλές συντάξεις στους απόμαχους της ζωής (άσε δε κι εκείνες τις… πρόωρες συντάξεις, ε…) όχι, δε μπορεί να κατεβαίνει κάθε μήνα το Δημόσιο Ταμείο σαράντα οργιές για να στέκεται όρθια η Αγορά! Ο λαός πρέπει ν’ αρχίσει να παράγει ξανά. Η χώρα πρέπει να γίνει ένα απέραντο εργοστάσιο παραγωγής τροφίμων, όλων των τροφίμων, όπου θα βρίσκουν όλοι δουλειά. Για να μπορούν να πληρώνουν την Εφορία, το Ασφαλιστικό τους Ταμείο, τις υποχρεώσεις τους όλες, και να ζουν καλά φυσικά, όπως δικαιούται να ζει με αξιοπρέπεια κάθε άνθρωπος που εργάζεται, παράγει και δημιουργεί, και δεν περιμένει τον μεγάλο αρχηγό να τον σώσει από τη φτώχεια.

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος