Βαρέθηκα να περιμένω κάτι και να μην έρχεται, Γιάννη μ’! Βαρέθηκα να θέλω να γίνει κάτι και να μη γίνεται. Κατάλαβα τώρα: Ό,τι περιμένεις από τους άλλους, δεν έρχεται ποτέ. Μπορεί να έρθει μόνο αυτό που περιμένεις από τον εαυτό σου.
Αλλ’ αυτό αλλάζει τα δεδομένα. Διότι πάω ένα βήμα πιο πέρα και φτάνω στο συμπέρασμα ότι η κριτική στους άλλους είναι εξ ίσου χαζή με την αναμονή. Πολλώ δε μάλλον, όταν μαθαίνω ότι η κριτική έχασε την αρχική της έννοια και ταυτίστηκε με την έννοια της καταγγελίας.
Η κριτική που έγινε καταγγελία και η αναμονή για κάτι που δεν έρχεται ποτέ, μ’ έβαλαν σε σκέψεις, Γιάννη μ’…
Μ’ έβαλαν σε νέες σκέψεις. Ότι π.χ. για να κρίνω τους πολιτικούς, πρέπει να κατέχω την πολιτική. Δε μπορεί να ρητορεύω εναντίον τους, αλλά να έχω μαύρα μεσάνυχτα για τα θέματα που πραγματεύομαι.
Να μην πολυλογώ, αμφισβήτησα, Γιάννη μ’, αμφισβητώ κάθε διαπρύσιο κήρυκα των δικαίων του λαού. Βρίσκω ουσία μόνο στην ανάγνωση του δεδομένου, ακόμα κι αν διαμορφώνεται παρά την θέλησή μου, ακόμα κι αν αντιστάθηκα στην έλευσή του.
Θα πεις: Ποιος νοιάζεται τώρα για τέτοιες διαδρομές του μυαλού; Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ στοχάζεσαι;
Ξέρεις, δεν κατάφερα ποτέ, Γιάννη μ’, να πάρω μια καλή απόφαση χωρίς αυτή τη διαδικασία. Ναι, ξέρω, οι αποφάσεις των ανθρώπων, ατομικές ή συλλογικές, σπανίως ακολουθούν αυτό το δρόμο, αλλά, τι να κάνουμε, η αποστολή του καθενός εδώ στη γη δεν είναι ίδια με του άλλου και του παρ’ άλλου.
Δε σ’ αρέσουν τα ζόρια πρωί – πρωί, θέλεις να πιεις το καφεδάκι σου ήσυχα, να μιλήσουμε καλύτερα για τον Ολυμπιακό, ξέρω, είσαι Ολυμπιακάκιας, να μιλήσουμε, Γιάννη μ’, δεν θα σου χαλάσω χατίρι, θα κάνει και σε μένα καλό, θα ξεφύγω, ο Ολυμπιακός είναι το φάρμακο, όπως έγινε φάρμακο ο Παναθηναϊκός τότε με το Γσυέμπλεϊ, θυμάμαι, έκλεισαν τα σχολεία εκείνη τη μέρα, για να πανηγυρίσουν τα παιδιά της Ελλάδας το μέγα επίτευγμα του Δομάζου, του Αντωνιάδη, εκείνη τη μέρα έγιναν παναθηναϊκάκηδες πολλοί συμμαθητές μου και, από όσο ξέρω, έμειναν μια ζωή.
Δεν ξέρω γιατί αλλά από κείνο το παιχνίδι εγώ θυμάμαι μόνο τον Γιόχαν Κρόιφ. Θυμάμαι τη δρασκελιά του καθώς έκανε επέλαση προς την εστία του Οικονομόπουλου. Και με βασανίζει αυτό, Γιάννη μ’, από το 1971 με βασανίζει ακόμα και σήμερα, λέω μήπως είμαι προδότης της πατρίδας μου, αφού με γοήτευσε το παιχνίδι ενός ξένου, όχι όμως ενός δικού μου. Χωρίς να μ’ έχει κατηγορήσει ποτέ κανείς για κείνη την προδοσία, ελέγχω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, δεν ησυχάζω, πέρασαν τόσες δεκαετίες πανάθεμά με κι ακόμα να μου περάσει…
Καθότι τέτοια είναι η συνείδηση, Γιάννη μ’! Δεν σ’ αφήνει ποτέ να ησυχάσεις, ακόμα και αν κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι την προδοσία σου. Είτε θαυμάζεις τον Γιόχαν Κρόιφ αντί του Αριστείδη Καμάρα, είτε σχηματίζεις την πεποίθηση ότι «έπρεπε να έχουμε φτιάξει το δικό μας μνημόνιο προτού μας το επιβάλλουν οι ξένοι». Η προδοσία είναι ίδια. Είτε δέχεσαι τον Κρόιφ ως άρχοντα του γηπέδου, είτε δέχεσαι το μνημόνιο που επέβαλαν οι Ευρωπαίοι στην Ελλάδα, είναι ένα και το αυτό, επειδή είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, είτε σ’ αρέσει, είτε δεν σ’ αρέσει.
Ξέρεις τι μ’ ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα, Γιάννη μ’;
Μ’ ενοχλεί να δέχομαι ως αναπόφευκτο το μνημόνιο, και οι άλλοι, όταν δεν με κατηγορούν ως προδότη, να με δηλητηριάζουν λέγοντας ότι μου αρέσει…










