
Ο Θανάσης ζει και εργάζεται στην Αθήνα εδώ και 35 χρόνια. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, αγόρασε σπίτι, έκανε δικιά του επιχείρηση, πήρε δυο αυτοκίνητα και όλα κυλούσαν καλά. Εδώ και δυο χρόνια τα πράγματα δυσκολέψανε, δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές, χρεώθηκε στις τράπεζες για να βγάλει τις υποχρεώσεις, περίμενε να πάει καλύτερα η δουλειά του, αλλά μάταια. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν χειρότερα.
Απογοήτευση μαύρη έπιασε τον Θανάση που δυσκολευόταν τώρα ν’ αγοράσει ακόμα και τ’ απαραίτητα για το τραπέζι. Οι τράπεζες έστελναν χαρτιά, η εφορία επίσης, οι προμηθευτές τηλεφωνούσαν για τα χρωστούμενα. Ο Θανάσης επικοινωνούσε με την αδερφή του στο χωριό και της έλεγε τα προβλήματά του. Μια μέρα η αδελφή του ζητάει από τον άντρα της να την πάρει μαζί του σ’ ένα ταξίδι στην Αθήνα. Φορτώνει το αυτοκίνητο με όλα τα καλά. Λάδι, αυγά, κρασί, χόρτα, μία γυάλα ελιές, κρεμμύδια, σκόρδα, πατάτες, κάνει και μια πίτα, μια ραβανί και πάει. Χτυπάει την πόρτα του αδερφού της.
Ανοίγει η ανιψιά της, βλέπει τη θεία της φορτωμένη σαν τον Άγιο Βασίλη και φωνάζει τον πατέρα της.
– Έλα πατέρα να δεις… Ήρθε η επιδότηση απ’ το χωριό…
Αφού τελείωσαν οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρχισαν οι επιδοτήσεις των χωριών.











