
Τι να σου πω, Γιάννη μ’; Δεν ξέρω. Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ονειρεύομαι. Τι άλλο μπορεί να είναι καλύτερο; Αφού όλα όσα μου είπε κάποιος ότι είναι καλά, τα έκαμα. Τα δοκίμασα. Κι όλα τα καλά που έκαμα, όσα δοκίμασα, «μια τρύπα στο νερό» αποδείχτηκαν. Μια ομίχλη κατάπινε το καλύτερο που είπα, το καλύτερο που έγραψα, το καλύτερο που έκαμα. Εγώ εκεί. Γαϊδάρου υπομονή. Αλλά, στο τέλος, τζίφος. Σε βαθμό που αποφάσισα ότι είμαι χαζός. Το πήρα κι απόφαση ένα μεγάλο φεγγάρι.
Τζίφος;
Τι να σου πω, Γιάννη μ’, Δεν ξέρω.
Εφάρμοζα εκείνο το γνωστό «κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό». Έκανα το καλό, τό ’ριχνα στο γιαλό. Κι απ’ τα πολλά, μερικά γύρισαν πίσω. Τα ξέβρασε η θάλασσα κάπου αλλού και από σύμπτωση το έμαθα.
Για τ’ όφελος, δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα ότι για το ένα εκατοστό που γύρισε πίσω, κάπου αλλού, ένοιωσα την άφατη εκείνη ευτυχία που νοιώθει ο άνθρωπος ανεξήγητα μέσα στα όνειρα. Στέκομαι μπροστά σ’ αυτό το θάμα εκστατικός.
Τι να σου πω, Γιάννη μ’, Δεν ξέρω.
Δεν είμαι σίγουρος. Όταν η ομίχλη διαλυθεί, μπορεί να φανούν όλα όσα έκαμα και χάθηκαν μέσα της. Εδώ που τα λέμε, αυτό πιστεύω. Και ας μην έχω απόδειξη γι’ αυτό που λέω. Αλίμονο βέβαια αν χρειάζονταν αποδείξεις για όλα όσα λέμε και όσα κάνουμε. Θα είχε γίνει ο καθένας μας ένα κινούμενο χαρτοβασίλειο. Τρελαίνομαι και μόνο στην ιδέα…
Τι ονειρεύομαι; Διάφορα. Πολλές φορές βλέπω κινούμενα άστρα στον ουρανό που άλλοτε χάνονται στα σύννεφα και άλλοτε κατεβαίνουν χαμηλά, σα να ίπτανται εκειδά στο ύψωμα, πώς να το πω, ευφραίνομαι. Σα νά ’ναι εντός τους δικοί μου άνθρωποι που έρχονται να με βρουν, να κάτσουμε στο πεζούλι να πούμε ιστορίες.
Τι να σου πω, Γιάννη μ’, Δεν ξέρω.
Νομίζω ότι τα παραμύθια που έλεγε ο παππούλης μου ο Ανδρέας στο τζάκι τις κρύες νύχτες του χειμώνα, όταν ήμουν παιδί, κρατάνε ακόμα εντός μου και χρωματίζουν τα όνειρα. Έλεγε για την πεντάμορφη με τα φτερωτά της άλογα, έλεγε για την ελαφίνα που μιλούσε σαν άνθρωπος και, καλεσμένη, καθόταν στο τραπέζι του βασιλιά να φάει μαζί του, έλεγε για τον ήλιο, τον αυγερινό και την πούλια, που η ελαφίνα θήλαζε κρυφά, έλεγε και για το άγριο άσπρο κριάρι που, άμα το καβαλούσες θα σε ανέβαζε στα βασίλεια τ’ ουρανού, και για το άλλο δίπλα του, το μαύρο, που ήταν ήμερο, εύκολο, κι άμα το καβαλούσες, θα σε κατέβαζε στο βασίλεια του Κάτω Κόσμου. Εκεί που κρατούσε φυλακισμένη την βασιλοπούλα ο διάτανος, όπου ένας γύφτος καμωνόταν ότι σκότωσε τον επτακέφαλο δράκοντα που δεν άφηνε να πιει νερό στην πηγή ο κοσμάκης. Πού να στα λέω… Νύχτες και νύχτες έλεγε τέτοια ο παππούλης και, νομίζω, είναι ακόμα ζωντανά μέσα μου, αφού, σου είπα, βλέπω κινούμενα άστρα στον ουρανό, σα να κατεβαίνουν χαμηλά και με μία σκάλα θα μπορούσα ν’ ανέβω εντός τους. Άλλοτε μοιάζει να μη χρειάζεται ούτε καν η σκάλα. Σα να εξατμίζομαι και να περνάω αέρινα στην ευδαιμονία.
Τι να σου πω, Γιάννη μ’, Δεν ξέρω. Δεν είναι πάντα έτσι ωραία. Μερικές φορές νοιώθω την απειλή. Λέω λοιπόν, ότι, να, έτσι αναμετριέται ο άνθρωπος με τις σκέψεις του, με τις μνήμες του, με τα εγχάρακτα ιδεογράμματα μέσα του.
Ένα ξέρω καλά, Γιάννη μ’:
Ό,τι και να θέλουν να πουν αυτά τα όνειρα, ευδαιμονία του ανθρώπου δε γίνεται χωρίς αυτά. Σε τέτοιο βαθμό το πίστεψα, που ένα φεγγάρι έτρεχα να πέσω στο κρεβάτι, να κοιμηθώ, να έρθουν τα ωραία μου όνειρα. Μέχρι που σκέφτηκα, ότι, πόσο καλά θα ήταν να φέρω τα όνειρα στο ξύπνιο μου, να βλέπω κινούμενα αστέρια στον ουρανό, να έρχονται οι δικοί μου να με πάρουν καταμεσήμερο, για να γυρίσω στην πατρίδα που νοσταλγώ και λιώνω.
Τι να σου πω, Γιάννη μ’; Δεν ξέρω…










