Λοιπόν, σύντροφε, καλά μου τά ’λεγες τόσα χρόνια. Και σε άκουγα. Είχα δημοκρατικό χρέος να σε ακούω. Αλλά τώρα… «έφτασε ο κόμπος στο χτένι»! Πρέπει να μου πεις και δη επειγόντως: Τι υπερασπιζόμαστε σήμερα;
Τι υπερασπίζεσαι, σύντροφε;
Ζητάς να επιστρέψει αυτό που «η πολιτική των μνημονίων» κατεδάφισε. Βγαίνεις στην τηλεόραση και διαβεβαιώνεις τον κοσμάκη ότι εσύ, αν ανέβεις στην εξουσία, θ’ αποκαταστήσεις τα πράγματα και θα βάλεις φυλακή τους προδότες που υπέγραψαν τα μνημόνια.
Και δε βλέπεις, ότι, αυτό που απαιτείς να επιστρέψει, αιώνες τώρα παλεύουμε για να κατεδαφιστεί.
Μη μου πεις τώρα αυτό που μου λένε οι αγράμματοι, ότι «άρα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι με τα μνημόνια;».
Εσύ, σύντροφε, δεν είσαι αγράμματος. Άρα ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Μη μου λες λοιπόν αυτές τις αηδίες. Για την περίπτωση όμως που όντως δεν καταλαβαίνεις, θα εξηγήσω:
Αυτό που φωνάζεις ότι χάθηκε, σου λέω, έπρεπε να χαθεί. Γιατί, αλλιώς, θα πρέπει να μου πεις, ότι η ζωή της χώρας μέχρι το 2009 ήταν καλή και τώρα έγινε χάλια.
Κι επειδή πιστεύω, ότι η ζωή σ’ αυτή τη χώρα ποτέ δεν ήταν καλή, δεν θα ισχυριστώ ότι τώρα έγινε χειρότερη. Απλώς: «Έφτασε ο κόμπος στο χτένι».
Το πρόβλημα είναι ότι τα μνημόνια κατάργησαν το μοντέλο της ζωής εκείνης και το έκαμαν με ταπεινωτικό τρόπο για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Το κάνει η «Τρόικα», επειδή δεν το κάναμε εμείς.
Εσύ, τώρα, κι εγώ μαζί σου, δεν θα έπρεπε να φωνάζουμε για την κατάργηση των παράλογων εκείνων προνομίων που έφεραν την αφασία, αλλά για το ότι κανείς σ’ αυτή τη χώρα δεν έχει κάτι καλύτερο να μας πει. Κανείς, ως πρόσωπο ή ως κόμμα, δεν μπορεί να μας πει ποιο είναι το σωστό και ποιο είναι το λάθος. Άρα, εγώ, τοποθετούμαι ως εξής:
Εννοείται ότι θέλω να φύγει η «Τρόικα». Αμφιβάλλεις; Νοιώθω πολύ πιο ταπεινωμένος απ’ όσο εσύ με την παρουσία της. Όταν όμως φύγει, σε ποιον θα εναποθέσω το νοικοκύρεμα; Δεν έπρεπε να έχω κάποιον Έλληνα έτοιμο, ώστε να διώξω την «Τρόικα» και να πω σε αυτόν «εμπρός»; Διότι μέσω αυτού του πατριώτη θ’ αναλάβω εγώ να νοικοκυρέψω τον τόπο μου. Άρα πρέπει να ξέρω πώς. Από τώρα πρέπει να ξέρω: Πώς θα το κάνω αυτό; Ποιος θα το κάνει; Με ποιον τρόπο;
ΑΥΤΟ ψάχνω. Αλλά έχω εσένα που ΔΕ μ’ αφήνεις. Σ’ ακούω να χλίβεσαι και αρρωσταίνω. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δε μπορώ να σκεφτώ. Ψάχνω λοιπόν να βρω κάποιον σοφότερο να μου πει κάτι. Να μου πει το δέον.
Και δεν ακούω τίποτα. Ούτε από σένα, σύντροφε, ούτε από άλλους. Ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από την αντιπολίτευση. Ακούω μόνο κραυγές. Έναν αχό. Μια βουή. Ένα θρήνο.
Κι αρρωσταίνω ακόμα πιο πολύ. Άκου:
Ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Δονούτος Παπαγιάννης αποκάλυψε ότι οι 300 φοιτητές του δεν ήξεραν ΤΙΠΟΤΑ για τη μάχη του Μαραθώνα. Ήξερε μόνο η Συλβάνα, μία Αλβανίδα. Φαντάζομαι εκείνο το αμφιθέατρο, από το οποίο πέρασα κι εγώ τη δεκαετία του ’70, πριν από σαράντα χρόνια, φαντάζομαι τη βουβαμάρα 299 Ελλήνων φοιτητών που δεν ήξεραν να πουν μία λέξη για τον ξακουστό Μαραθώνα, σκέφτομαι: Από ποιο Λύκειο αποφοίτησαν αυτά τα κούτσουρα; Κι ανατριχιάζω…
Ξαναρωτώ λοιπόν:
– Τι υπερασπίζεσαι, σύντροφε;
Ποια εποχή, ποιες αξίες, ποιον πολιτισμό υπερασπίζεσαι και με ξεκουφαίνεις με τις άγριες φωνές σου; Διότι, εγώ, σύντροφε, νοιώθω ότι όλα αυτά σημαίνουν ένα πολύ απλό πράγμα: Αυτός ο κόσμος που ξέραμε, τελείωσε. Πάει. Τέλος. Δεν έχει νόημα ν’ αγωνιστώ για την ανάσταση ενός πτώματος.










