Να βγει ένας Έλληνας

Η επωδός όλων των συζητήσεων, η επιτομή της οργής και του λαϊκού θυμού: «Δε μπορεί να βγει ένας Έλληνας να το λέει η περδικούλα του, να δούμε μιαν άσπρη μέρα;».

Ας υποθέσουμε ότι ένας Έλληνας με «μύδια», τέτοιος ακριβώς όπως τον πλάθει στα όνειρά της η λαϊκή φαντασία, ας υποθέσουμε ότι «βγαίνει», γίνεται αρχηγός του κράτους και αλλάζει τα φώτα σε όλους τους πουλημένους. Αρχίζει με τις κρεμάλες των τριακοσίων στο Σύνταγμα. Μετά πετάει στη θάλασσα τους Ιταλούς, τους Γάλλους, τους Αυστριακούς και βεβαίως τους Γερμανούς καταχτητές. Μετά «φέρνει πίσω τα κλεμμένα», όπως ακριβώς το ζητάει εδώ και τρία χρόνια ο κύριος Παπαδάκης. Κι όταν οι κλέφτες φέρουν πίσω τα 600 δις ευρώ που φυλάνε στην Ελβετία, αυτός με τα μεγάλα «μύδια» τα μαζεύει στο Δημόσιο Ταμείο, ξεχρεώνει την Ελλάς μονοκονδυλιά, με τα μισά και τ’ άλλα μισά τα μοιράζει στον κοσμάκη που πεινάει.

Εδώ που τα λέμε, αν ο μέγας μοίραζε 300 δις ευρώ στα δέκα εκατομμύρια Έλληνες, θα έπαιρνε 30.000 ευρώ έκαστος. Μια τετραμελής οικογένεια θα έπαιρνε 120.000! Αμέσως θ’ αγόραζε ένα από τα 150.000 απούλητα διαμερίσματα ή θα έδινε προκαταβολή για ένα διαμέρισμα στη νέα πολυκατοικία που θ’ άρχιζε να κτίζεται αμέσως. Η οικοδομή, που συντηρεί 220 επαγγέλματα, θα έπαιρνε πάλι μπρος, η Αγορά θα γνώριζε νέες δόξες, η ανεργία θα μηδενιζόταν και ο μέγας εκείνος Έλληνας που έβαλε μπρος τη μηχανή, θα μπορούσε τώρα να είναι αυτοκράτορας, δεν θα τον κούναγε από την ηγεμονία του καμία κυρία, θα τον αγαπούσε ο λαός, θα τον λάτρευε όπως εκείνον τον Βορειοκορεάτη πατερούλη, δε θυμάμαι τ’ όνομά του.

Όλα θα γίνονταν έτσι ακριβώς, αν «έβγαινε» ένας Έλληνας που ν’ αγαπάει την πατρίδα του και να μην είναι κότα. Αλλά δεν βγαίνει ο άτιμος! Μήπως είναι πουλημένος; Μήπως είναι όλοι πουλημένοι; Γιατί δε βγαίνει γαμώτο; Μήπως δεν υπάρχει; Όχι, υπάρχει! Αλλά κάθεται κι αυτός στην ησυχία του. Σου λέει: Πού να πάω τώρα; Γιατί να βάλω μπελάδες στο κεφάλι μου; Άσ’ τους «να βράσουν στο ζουμί τους». Κανείς δεν αγαπάει το λαό, γαμώ την Παναγία τους…

Η σκέψη ότι ο μέγας Έλληνας ίσως δεν είναι και τόσο μέγας, αρχίζει να δηλητηριάζει τη λαϊκή φαντασία, η οποία όμως δεν πτοείται, σε λίγο επανέρχεται δριμύτερη, αυτή τη φορά αντικειμενική και υπεράνω:

– Ντρέπομαι που είμ’ Έλληνας. Ντρέπομαι για τα χρόνια που τους ψήφιζα. Δε με νοιάζει λοιπόν, όποιος κι αν είναι! Ας βγει ο Τσίπρας! Ας βγει ο Μιχαλολιάκος! Εγώ δεν έχω κομματικές παρωπίδες. Μακριά από μένα τέτοιες αηδίες. Η πατρίδα πάνω απ’ όλα. Να βγει, να τον ψηφίσω, να διώξει αυτούς τους πούστηδες. Να κάνει αυτό το καλό στην πατρίδα κι εγώ… θα είμαι ευτυχής.

Λοιπόν, λέω ’γω, αν έβγαινε ο Μιχαλολιάκος κι έλεγε «εγώ θα επαναφέρω τους μισθούς και τις συντάξεις εκεί που ήταν πριν τις περικοπές του μνημονίου», αυτός ο θυμωμένος πολίτης που μουντζώνει τη Βουλή στο Σύνταγμα κι ονειρεύεται να κρεμάσει τριακόσια γομάρια, αυτός, θα ψήφιζε τον Μιχαλολιάκο δικτάτορα και τον Καιάδα για πρωθυπουργό.

Άκου, γιε μου, παππούλη μου, τι θα κάμω στις άλλες εκλογές: Θα ψηφίσω τον μουστακαλή Καραϊσκάκη της Χρυσής Αυγής. Έτσι μόνο δεν θα καταπατήσω τον όρκο της νειότης μου. Είχα ορκιστεί, όπως ξέρετε, ότι θα μείνω πάντα πιστός στη λαϊκή τάξη που με γέννησε.

Πώς να την προδώσω τώρα ψηφίζοντας τους προδότες;

Προηγούμενο άρθροΜακύνεια – Θέατρο διαλόγου
Επόμενο άρθροΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ 22-8-2012
Παντολέων Φλωρόπουλος
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Ζει στο Αγρίνιο από το 1984. Εργάστηκε στο τοπικό ραδιόφωνο (1990 – 1992) και ξανά την περίοδο 1994 - 1996. Ιδρυτής και συντάκτης του σατιρικού “αραμπά” του Αγρινίου (1991 – 1997). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας “Αναγγελία” (2000) μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της. Έχει γράψει ποίηση, 168 παραμύθια και 1.111 χρονογραφήματα, κατέγραψε εκατοντάδες λαϊκούς μύθους και θρύλους, ενώ δημοσίευσε πολλές χιλιάδες πολιτικά και πολιτιστικά άρθρα. Το πρώτο του βιβλίο, “η πολιτεία των λουλουδιών” (παραμύθι) κυκλοφόρησε το 1980. Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε συλλεκτικές εκδόσεις λίγων αντιτύπων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ