
Μήνες τώρα είχε κατεβάσει τα τηλέφωνα και δεν απαντούσε. Είχαμε μάθει τα κακά μαντάτα και θέλαμε να τον δούμε. Ήθελε οι φίλοι του να τον θυμούνται όπως ήταν. Ήθελε ν’ αφήσει την τελευταία εικόνα του στη μνήμη μας όπως τον είχαμε αγαπήσει. Είχε κείνο το αδιόρατο χαμόγελο που εκτεινόταν σε όλο το πρόσωπο, μέχρι τα μαλλιά. Μάταια προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί του, ξέρουμε καλά τι σκεφτόταν, τι αισθανόταν, ο Κώστας Ζωγράφος κι εγώ αποφασίσαμε στο τέλος να το σεβαστούμε, άλλωστε δεν ήμασταν σίγουροι ότι θ’ αντέχαμε τη συνάντηση χωρίς «να σπάσουμε», γι’ αυτό δεν επιμέναμε.
Το ίδιο ακριβώς, είναι σίγουρο, ήξερε κι εκείνος. Ας μέναμε λοιπόν στις μνήμες. Είπαμε τώρα να μην πάμε στην κηδεία του, δεν γνωρίζαμε κανέναν δικό του, μόνο από τη δημοσιότητα γνωρίζαμε τον αδερφό του, τον Περιφερειάρχη Δυτικής Ελλάδας Απόστολο Κατσιφάρα, κι αποφασίσαμε να βρεθούμε κάπου με τον Κώστα, να πιούμε έναν καφέ στη μνήμη του, να θυμηθούμε τον φίλο μας, όλα όσα περάσαμε μαζί και ζήσαμε επί δέκα μήνες το 1984, τις πλάκες, τα όμορφα, τις εξόδους, φαντάροι στο Μεσολόγγι. Ο Νίκος Κατσιφάρας, ο Κατσιφαράκος μας, ο παλιόφιλος, έφυγε την Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012 σε ηλικία μόλις 46 ετών, από καρκίνο.
Όταν ήρθε στην παρέα, ξέραμε ότι ήταν ανιψιός του πασίγνωστου Γιώργου Κατσιφάρα, ο αγαπημένος του Ανδρέα Παπανδρέου. Γρήγορα όμως μας κέρδισε με την απλότητα, τη ζεστασιά, τη γνήσια λαϊκότητά του. Γίναμε κολλητοί. Μια μέρα γύρισε από την άδειά του μ’ ένα μπουζούκι. «Παίζεις και μπουζούκι ρε;». Και είπε: «Όχι, ξέρω μόνο ένα τραγούδι». «Παίξε μας». Και μας έπαιξε. Είχε κουβαλήσει ολόκληρο μπουζούκι στο στρατόπεδο για να παίζει με τα χέρια του το τραγούδι που αγαπούσε. Έκτοτε, κάθε φορά που θέλαμε «να το ρίξουμε έξω», βάζαμε τον Κατσιφαράκο να παίξει στο μπουζούκι του κι αυτός έπαιζε πρόθυμα το μοναδικό τραγούδι που ήξερε να παίζει: “Μπουζούκι μου διπλόχορδο / μπουζούκι μου καημένο / μονάχα συ παρηγορείς / κάθε φαρμακωμένο”. Τον συνοδεύαμε κιόλας, χορωδία. Μ’ αυτό περάσαμε το στρατό. Μ’ αυτό θα τον θυμόμαστε πάντα.











