Ο Περικλής, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, εργαζόταν στη Γερμανία. Πριν μερικά χρόνια γύρισε στην πατρίδα. Κι άρχισε να κάνει χαρτιά, σε όσες προκηρύξεις είχαν σχέση με τη δουλειά του. Μια μέρα ήρθε το χαρούμενο νέο, τον πήραν στην υπηρεσία ενός Υπουργείου. Ο Περικλής πάει πρώτη μέρα στη δουλειά.
Σ’ έναν χώρο με έξι γραφεία, μπήκε, του έδειξε κάποιος συνάδελφος το δικό του, κάθισε ο Περικλής, περίμενε τους συναδέλφους τους παλιότερους να του δώσουν αρμοδιότητες και αντικείμενο εργασίας. Όμως μάταια. Δεν πήγε κανείς. Η πρώτη μέρα πέρασε έτσι, ήρθε το μεσημέρι, έφυγε για το σπίτι. Το άλλο πρωί ξανά νωρίς στη δουλειά, αλλά πάλι δεν ήρθε κανείς στ’ άλλα γραφεία. Ρωτάει κάποιον στο διπλανό γραφείο.
– Οι συνάδελφοι δεν έρχονται… θα μου δώσετε κάτι να κάνω;
– Βεβαίως έρχονται… του λέει. Όσο για σένα, μη βιάζεσαι, όταν χρειαστούμε κάτι, θα σου το πούμε.
Πέρασαν έτσι δεκαπέντε μέρες.
Ένα πρωί πάει ο Περικλής στη δουλειά και ήταν όλοι εκεί. Χάρηκε, άρχισε να ρωτάει διάφορα για τη δουλειά. Διαπίστωσε πως όλοι αυτοί έρχονταν στην υπηρεσία μετά από τηλεφώνημα ότι υπήρχε δουλειά. Τούτη η λαμπρή μέρα που γέμισαν τα γραφεία, ήταν ημέρα μισθοδοσίας, είχαν έρθει να πληρωθούν.
Ο Περικλής άδειασε. Απογοητεύτηκε. Παραιτήθηκε. Θεωρούσε ότι έπαιρνε χρήματα που δεν είχε δουλέψει.
Βγήκε στο ελεύθερο επάγγελμα και πορεύτηκε περήφανα στη ζωή του.











