Σάββατο, 13 Ιουλίου, 2024

Η ιστορία του μυλωνά

Κοινοποίηση

Επ’ ευκαιρία, θα μου λύσεις τώρα και την απορία που έχω μια ζωή, άγιε Πέτρο μου. Εξομολογούμαι την αμαρτία μου: Εγώ δεν πιστεύω ότι ο Θεός τιμωρεί τους αμαρτωλούς. Θα βεβαιωθώ σήμερα εδώ, αλλά έζησα μια ζωή αντίθετη στην φιλοσοφία του παππούλη μου, ο οποίος, για να με πείσει, όταν ήμουν παιδί, μου διηγήθηκε μια ιστορία που θυμόταν από την εποχή που ήταν εκείνος παιδί.

Συνέβη πριν από εκατόν πενήντα χρόνια και βάλε. Όμως το φιλοσοφικό ζήτημα που θέτει, είναι διαχρονικό και άλυτο μέχρι σήμερα. Ζητώ απάντηση: Τιμωρεί ο Θεός εκείνους που διαπράττουν την αμαρτία ή εκείνους που την υφίστανται;

Σου βάζω δύσκολα, ξέρω, άγιε Πέτρο μου, αλλά εδώ δεν ήρθα για πλάκα. Πέθανα και πέταξε η ψυχή μου στον ουρανό για να μάθει την αλήθεια που δε μπορούσε να μάθει στη γη.

Λοιπόν, που λες, ήταν ένας μυλωνάς στο Φίδαρη. Τον Εύηνο, ξέρεις. Είχε το μύλο του δίπλα στο ποτάμι.

Ο μυλωνάς είχε με τη μυλωνού του ένα γιο. Μόνο που ήταν χαζούλης. Ήρθε η ώρα της παντρειάς. Τι να κάμουν; Να τον αφήσουν έτσι έρμο; Οι δυο τους είχαν αρχίσει να γερνούν. Κάποια στιγμή θα έμενε μόνος του. Και δεν τα έβγαζε πέρα. Έπρεπε οπωσδήποτε να παντρευτεί.

Μπορεί να ήταν χαζούλης ο γιος, αλλά ο μύλος τους είχε κάνει νοικοκυραίους κι έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν μία χαζούλα νύφη για τον χαζούλη γιο.

Έγινε ο γάμος, έγιναν οι χαρές και το γλέντι. Όλα με το νι και με το σίγμα. Μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι, λέει ο μυλωνάς στο γιο του:

– Κοίτα… Απόψε… όταν η γυναίκα σου ξαπλώσει στο κρεβάτι… εσύ θ’ ανέβεις από πάνω της… Κατάλαβες;

– Κατάλαβα.

Είπε κείνος. Και όντως, μόλις η νύφη ξάπλωσε, ο χαζούλης ανέβηκε πάνω απ’ τη γυναίκα του, στα μαδέρια.

Τότε τα σπίτια δεν είχαν ταβάνια. Σκαρφάλωσε λοιπόν στα μαδέρια και κοίταγε τη γυναίκα του από κάτω. Του είπε κι εκείνη «τι κάν’ς ικεί πάν’ πιδάκι μ’», όμως αυτός μη ξέροντας τι καλύτερο να κάνει, έκανε αυτό που τον συμβούλεψε ο πατέρας του.

Πέρασαν ώρες έτσι. Ο μυλωνάς καθόταν έξω απ’ την πόρτα για ν’ ακούσει κάτι, να βεβαιωθεί. Δεν άκουγε, αλλά περίμενε. Κάποια ώρα ακούει ένα γδούπο κι ένα βόγκο.

– Εντάξει…

Μονολόγησε και πήγε για ύπνο. Μόνο που ο βόγκος δεν ήταν απ’ ό,τι νόμισε ο μυλωνάς. Ο χαζούλης νύσταξε κι αποκοιμήθηκε στα μαδέρια κι έτσι κοιμισμένος έπεσε κι έσπασε τα πλευρά του.

Την άλλη μέρα ο μυλωνάς κατάλαβε τι συνέβη. Απογοητεύτηκε. Προσπάθησε να του εξηγήσει, αλλά… τίποτα. Με τα πολλά, είδε κι απόειδε ο μυλωνάς, ανέλαβε ο ίδιος το έργο! Κι έκαμε τρία παιδιά με τη νύφη του.

Όμως ο Θεός, για να πλύνει την αμαρτία, λέει, έκαμε μία θηριώδη πλημμύρα και μία σκοτεινή νύχτα του χειμώνα σάρωσε το μύλο και το σπίτι, τους πήρε όλους και τους έπνιξε στον Φίδαρη. Το μυλωνά, τη μυλωνού, τον χαζούλη, τη χαζούλα και τα τρία παιδιά του παράνομου έρωτα.

Βρήκαν τα πτώματά τους χιλιόμετρα μακριά.

Κι έλεγε ο παππούλης ότι ο Θεός τιμωρεί τους αμαρτωλούς. Να το δεχτώ. Αλλά σε ρωτώ, άγιε Πέτρο μου, απλά:

– Ποια αμαρτία διέπραξαν τα τρία παιδιά του παράνομου έρωτα;

Παντολέων Φλωρόπουλος
Παντολέων Φλωρόπουλοςhttps://pantoleon.gr
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Ζει στο Αγρίνιο από το 1984. Εργάστηκε στο τοπικό ραδιόφωνο (1990 – 1992) και ξανά την περίοδο 1994 - 1996. Ιδρυτής και συντάκτης του σατιρικού “αραμπά” του Αγρινίου (1991 – 1997). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας “Αναγγελία” (2000) μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της. Έχει γράψει ποίηση, 168 παραμύθια και 1.111 χρονογραφήματα, κατέγραψε εκατοντάδες λαϊκούς μύθους και θρύλους, ενώ δημοσίευσε πολλές χιλιάδες πολιτικά και πολιτιστικά άρθρα. Το πρώτο του βιβλίο, “η πολιτεία των λουλουδιών” (παραμύθι) κυκλοφόρησε το 1980. Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε συλλεκτικές εκδόσεις λίγων αντιτύπων.
spot_img

Διαβάστε επίσης: