Να ξυπνούσαμε, λέει, μια μέρα και να ξέραμε τι πρέπει να κάνουμε σήμερα κι αυτό που θα κάνουμε σήμερα να είναι το σωστό και το πρέπον, να είναι αυτό που θα υπηρετεί το γενικό καλό και, μαζί με το γενικό καλό, το δίκιο.
Έλα όμως που τα καλά πράγματα δεν έρχονται στα όνειρα! Κι αν έρθουν δηλαδή, δεν τα θυμόμαστε το πρωί. Τα ξεχνάμε, σα να μη μας επισκέφθηκαν ποτέ. Προφανώς θέλουν ν’ αφήσουν σ’ εμάς τον πρώτο λόγο, να είναι δική μας η απόφαση, τα όνειρα δεν καθοδηγούν, υπομνήσεις είναι, σύμβολα των σκέψεων και των αισθημάτων, η αποκωδικοποίηση των οποίων δε γίνεται με την εγκυκλοπαιδική γνώση, αλλά με την ποίηση. (Αυτό το σημειώνω για όσους τέρπονται από την ποίηση).
Τα καλά πράγματα πρέπει να τα σκεφτούμε στο ξύπνιο μας, στη διάρκεια της ημέρας. Άσε που έχουν το ελάττωμα να γίνονται καλύτερα μόνο αν τα μοιραστούμε με τους άλλους. Αλλά για να μοιραστούμε τα καλά πράγματα με τους άλλους, χρειαζόμαστε ένα εργαλείο που σπανίζει: Λογική το λένε. Η λογική που είναι προϊόν του λόγου, αν έχετε ακουστά. Πάει να πει ότι ο λόγος που διδαχτήκαμε στο Σχολείο, η γραφή και η ανάγνωση (για να είμαστε ακριβείς) είναι ο λόγος που ενεργοποιεί το νου και όχι τα ένστικτα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι ο δημόσιος λόγος που διατυπώνουν στα Μέσα Ενημέρωσης οι πολιτικοί και οι πολίτες, έχει διαρρήξει τις “διπλωματικές σχέσεις” του με τον νου, δηλαδή τον λόγο, δηλαδή την λογική. Στοχεύει απευθείας στα ένστικτα. Που, βεβαίως, ήταν πάντα και παραμένουν πρωτόγονα.
Πόσο πιο απλά να περιγράψει κανείς τον τρόπο που παράγεται και στήνεται όρθια μπροστά μας η μαζική παράνοια, η παράνοια που βιώνουμε στην εποχή μας; Είναι φανερό: Δεν πρόκειται για τις εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος που περιέγραψε ο Κάρολος Μαρξ (1818 – 1883). Εδώ ζούμε τώρα ένα τρελό και παλαβό πράμα που δεν έχει ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος.
Και πώς να έχει δηλαδή, όταν ο πολιτικός λόγος, ακόμα και οι Τέχνες (η λογοτεχνία, η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο) δεν θεμελιώνονται στον λόγο, ούτε απευθύνονται μέσω αυτού σε αυτόν (θυμηθείτε την διαλεκτική, παρακαλώ) θεμελιώνονται, καθώς είπαμε ήδη, στα ένστικτα. Μπορεί να το κατανοήσει κανείς ως εργαλείο της πολιτικής (και δη της κομματικής πολιτικής) δε μπορεί όμως να το χωνέψει ως εργαλείο των Τεχνών. Διότι οι Εννέα Μούσες (οι προστάτιδες θεές των Τεχνών, οι κόρες του Διός και της Μνημοσύνης) έδωσαν στους ανθρώπους από καταβολής το ιαματικό αντίδοτο για να παρηγορούν με αυτό την ταλαίπωρη, ου μην αλλά και την αδικημένη ψυχή… Με άλλα λόγια, η Τέχνη αντιπολιτεύεται από τη φύση της την εξουσία. Μπορεί να πει κανείς ότι η Τέχνη – σε όλες τις μορφές της – αντιπολιτεύεται την εκάστοτε κυβέρνηση πολύ πιο αποδοτικά απ’ όσο το κάνει η καλύτερη αξιωματική αντιπολίτευση! Ναι, βεβαίως, δεν είναι μετρήσιμες οι επιδόσεις της Τέχνης, δεν αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν το εφήμερο, αποτυπώνονται όμως από την Ιστορία που, σιωπηλή σε μια γωνιά, όσο και αμέτοχη, διαχρονική θέλω να πω, καταγράφει ψυχρά τα γεγονότα, μην πω αντικειμενικά και μπερδευτούμε…
Εν κατακλείδι, ο κόσμος χρειάζεται επειγόντως την λογική για να συνέλθει. Την λογική, τον λόγο, την λεκτική και την διαλεκτική. Διότι το κοινωνικό σύνολο λειτουργεί ως μεγέθυνση της οικογένειας. Αν η οικογένεια χάσει τα ζύγια της, διαλύεται. Τι άραγε μπορεί να σώσει το κοινωνικό σύνολο από την ορατή πια διάλυση, αν δεν αποκατασταθούν επειγόντως τα ζύγια του;











