Η γιαγιά Ελένη πριν μερικά χρόνια είχε το γιο της, στις Σέρρες. Ήταν στρατιωτικός. Πεθύμησε να πάει να τον δει. Λέει λοιπόν στην κόρη της τη Βιργινία να πάνε μαζί. Εκείνη δεν της χαλάει χατίρι. Ετοιμάζονται, κάνουν ψωμί, πίτα, αβγά από το χωριό, παίρνουν το λεωφορείο και ξεκινάνε.
Το ταξίδι μεγάλο και το λεωφορείο σταματάει στη μέση της διαδρομής για να ξεκουραστούν. Μπαίνουν σ’ ένα μαγαζί στην Εθνική Οδό που προσφέρει καφέ, φαγητό, σνακ. Η γιαγιά με την κόρη της τη Βιργινία παραγγέλνουν να φάνε, κάθονται στο τραπέζι, τρώνε και λίγο πριν φύγουν, μπαίνει στο μαγαζί ένας φαντάρος. Κάθεται απέναντι από το τραπέζι της γιαγιάς και παίρνει φαγητό. Η γιαγιά Ελένη λέει στην κόρη της:
– Σήκω Βιργινία να πληρώσεις το φαγητό μας, αλλά θα πληρώσεις και του φαντάρου. Ποιος ξέρει παιδί μου για πού ταξιδεύει και αν έχει να του στείλει η μανούλα του…
Η Βιργινία χωρίς να πει κουβέντα, σηκώθηκε, πλήρωσε. Ήξερε τον πόνο της μάνας της για τα στρατευμένα νιάτα.
Βλέπεις, η γιαγιά Ελένη είχε χάσει το γιο της φαντάρο σε τροχαίο δυστύχημα…










