Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989, η αριστερά ξέμεινε από το στρατηγικό πλεονέκτημα της επανάστασης που λέγεται “πρόταση εξουσίας”. Αμήχανη πια, πελαγωμένη, ορφανή από την ηγεμονική της ιδέα, ανήγαγε σε νέα κοσμοθεωρητική αξία όχι τον “ιερό” σκοπό της, αλλά τη μέθοδο που χρησιμοποιούσε ως τότε για να φτάσει σ’ αυτόν.
Ήταν μια τεκτονική μετατόπιση. Διότι η μέθοδος για να φτάσει στην εξουσία, μέχρι το 1989 περιείχε (κρυφά ή φανερά) την ένοπλη επανάσταση. Μετά το 1989 η ένοπλη επανάσταση εγκαταλείφθηκε εσπευσμένα παντού, ακόμα και από τα πιο σκληρά Σταλινικά κόμματα. Στη σκέψη της αριστερής διανόησης η ένοπλη επανάσταση αντικαταστάθηκε από τον… συνδικαλισμό.
Στην Ελλάδα το μόνο κόμμα που κατάλαβε αυτή την σεισμική διαφορά, ήταν και είναι το ΚΚΕ. Μόνο αυτό έχει επίγνωση, ότι… ΔΕΝ διαθέτει πια πρόταση εξουσίας, άρα, σου λέει, “δεν την διεκδικώ καθόλου, είμαι μια χαρά ασκώντας την συνδικαλιστική μου ηγεμονία”.
Και την ασκεί την συνδικαλιστική του ηγεμονία το ΚΚΕ. Κατάφερε μάλιστα να την εμβολιάσει σε όλους τους κορμούς των αστικών κομμάτων, κεντρώων και δεξιών. Ήταν μια μεγάλη πολιτική επιτυχία. Διαπότισε απ’ άκρη σ’ άκρη την πολιτική ζωή της χώρας. Επιτυχία που σήμερα εισπράττεται ολικώς από την ηγεσία του ΚΚΕ ως ηθική και ως εντιμότητα, αφού όλοι (αν και ανιστόρητα) λένε το ακαταμάχητο: “Η μόνη πολιτική δύναμη που είναι συνεπής με αυτά που λέει, είναι το ΚΚΕ”.
Το ΚΚΕ είναι συνεπές με αυτά που λέει, άρα και ηθικό, επειδή ΔΕΝ συμμετέχει πια στο παιγνίδι της εξουσίας. Ξέρει πολλά τραγούδια, επειδή δεν μπαίνει ποτέ στο χορό. Ευφυής επιλογή. Και ασφαλής. Δεν χωράει αμφιβολία. Το ΚΚΕ περιφρουρεί την συνδικαλιστική του ιδιότητα, όπως ο έξυπνος ζωγράφος που δεν γίνεται τραγουδιστής.
Αντίθετα με το ΚΚΕ, ανόητα, ηλίθια, τελευταία δε και φαντασμένη, αποδείχτηκε η αναθεωρητική αριστερά. Σε όλες τις εκδοχές της. Αυτή που δεν αδιαφόρησε για τις σειρήνες της εξουσίας, έκαμε ό,τι μπορούσε για να φτάσει σ’ αυτήν, φόρεσε πολλά προσωπεία, επινόησε ακόμα και την κεντροαριστερά, οικειοποιήθηκε τον φιλελεύθερο κάποτε σοσιαλισμό, τον ανακάτεψε με μια υποκριτική ιδέα περί δημοκρατίας, γέννησε νέα ιδεοληπτικά υβρίδια και παραϋβρίδια, αρνήθηκε διακηρυκτικά τον κομμουνισμό και αναζήτησε τον τρίτο ή τον τέταρτο δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Αποδείχτηκε όμως ότι δεν είχε τα εφόδια, ούτε τα εργαλεία για να μεταβολίσει το ιδεολογικό DNA της, να το προσαρμόσει στις οριζόντιες και τις κάθετες κυβερνητικές ανάγκες, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η… απλή αριθμητική. Ε, ήταν η στιγμή που η φαντασμένη αυτή αριστερά ανέβηκε ψηλά για ν’ αποκαλυφθεί στους πλακατζήδες από κάτω της ο γυμνός κώλος της μαϊμούς…
Μέσα σ’ αυτή την τρομοκρατική αμηχανία και την αβάσταχτη θολούρα της η αναθεωρητική αριστερά μιμήθηκε τη δογματική, υιοθέτησε τους γνωστούς αυτοματισμούς της και ανήγαγε σε υπερτονισμένες κοινωνικές αξίες την απεργία, την διαδήλωση, το συλλαλητήριο, τις καταλήψεις, τα μπλόκα στους δρόμους, τον τυφλό συνδικαλισμό σε κάθε πρόταση της αστικής τάχα μου εξουσίας. Μέσα στο νέο φανατισμό της όμως έχασε το προφανές: Ότι η εξουσία έπαυσε προ πολλού να είναι αστική. Είχε περάσει ήδη σε μια νέα άρχουσα τάξη, εκείνη των golden boys. Όχι σε τοπικό, αλλά σε πλανητικό επίπεδο. Αυτός ήταν και ο βαθμός δυσκολίας στην κατανόηση της Ιστορίας, όπου πήρε “κουλουράκι”, μηδέν δηλαδή…
Κορυφαίο όπλο της αριστεράς ήταν πια ο συνδικαλισμός, ο οποίος στα χέρια του Ανδρέα μετατράπηκε σε πολιτική επιστήμη. Δεν ήταν όμως παρά μια αδιέξοδη ανακύκλωση του εαυτού της, αναπόφευκτη μετά την απώλεια του σοβιετικού στρατηγικού της ιδεολογήματος ή του αναθεωρημένου κατ’ άλλους αρμού που θα συγκροτούσε την εξουσία της. Γιατί όλα αυτά, όσο καλά και να λειτουργούσαν, ήταν “στο μέσα τους” ανάπηρα. Και ως τέτοια χρειάζονταν κάτι πολύ ισχυρότερο. Ήταν άρα η στιγμή για το επόμενο βήμα: Να ενοχοποιηθεί η διαφορετική γνώμη, να γίνει βορά των τσακαλιών η αντίπαλη ψήφος στις εκλογές. Και τα δυο μαζί να καταγγελθούν στην κοινωνία ως αποδείξεις συναλλαγής και χυδαιότητας.
Γεννήθηκε τότε και προστέθηκε στην ανάπηρη φαρέτρα της αριστεράς η μέθοδος της απαξίωσης. Μέχρι τότε η απαξίωση χρησιμοποιούταν για να εξοντωθούν οι διαφωνούντες εντός του κόμματος. Τώρα θα διαχεόταν προς κάθε κατεύθυνση. Η ενοχοποίηση και η απαξίωση μαζί εφευρέθηκαν για να θεραπεύσουν την αναπηρία που απόκτησε η αριστερά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά στο τέλος μόλυναν τον κοινωνικό ιστό και κατεδάφισαν τους βασικούς πυλώνες της Δημοκρατίας, την Πολιτική και την Δημοσιογραφία.
Και μια ωραία πρωία γεννήθηκε η καθοριστική ιστορική συνθήκη των μνημονίων. Ο πυρήνας της ξεπεσμένης αριστεράς συναντήθηκε χημικά με τον πυρήνα της ξεπεσμένης δεξιάς. Και οι δυο περίμεναν μια ιστορική ευκαιρία για να βγουν πάλι από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, όπου όντως τις είχε στριμώξει για τρεις δεκαετίες ο Ανδρέας. Ένας αριστερός νεομακαρθισμός κι ένα δεξιός νεομακαρθισμός έστησαν από κοινού πλέον το σκηνικό του αντιμνημονιακού μετώπου διαστρεβλώνοντας την ουσία μιας πραγματικής αντίστασης απέναντι στα μνημόνια. Το μόνο που τους ένοιαζε, ήταν να κατασπαράξουν το ΠΑΣΟΚ. Δεν είχαν καμία σκέψη για το πώς θα σωζόταν ο λαός από τα εγκληματικά λάθη του ΠΑΣΟΚ, κορυφαία δε από τα μνημόνια, για τα οποία μέρος της ευθύνης είχε βέβαια και η Νέα Δημοκρατία της περιόδου 2004 – 2009. Από κοινού, αριστερά και δεξιά, μπλόκαραν κάθε διέξοδο από αυτά. Οι “αγανακτισμένοι” το 2011 έφτασαν στο σημείο να κηλιδώσουν βάναυσα ακόμα και τις όρθιες από πριν συνειδήσεις, εκείνες που, από την εποχή των παχιών αγελάδων, προειδοποιούσαν για το αδιέξοδο της ευωχίας και της ευφορίας που τα χρόνια της αμαρτωλής μεταπολίτευσης δημιουργούσαν παρακμιακή κουλτούρα στη νεολαία…
Η ενοχοποίηση όμως της αντίθετης γνώμης, η ενοχοποίηση κάθε άλλης (πέραν των διαδηλώσεων) στάσης απέναντι στην εξουσία, η ενοχοποίηση των ελευθέρων συνειδήσεων που διέπραξε η αριστερά, ήταν ισοδύναμη με την ενοχοποίηση του ξένου αίματος και του μη λευκού χρώματος, που διέπραξε η δεξιά. Η ακροδεξιά, για να κυριολεκτούμε. Ισοδύναμη. Που σημαίνει: Το ίδιο φασιστική. Όπως από την αριστερά ξεκίνησε και διαχύθηκε στην δεξιά ο συνδικαλισμός, έτσι ξεκίνησε από την δεξιά και διαχύθηκε στην αριστερά ο φασισμός. Η συνάντηση των δύο αντιπάλων στρατοπέδων έγινε παράταιρα και αφύσικα. Με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ υπεγράφη ένα “σύμφωνο συμβίωσης”. Το νέο “νοικοκυριό” στεγάστηκε υπό την ομπρέλα του αντιμνημονιακού μετώπου και εγκλώβισε, καθώς είπαμε ήδη, κάθε διέξοδο από τα μνημόνια και κάθε συνετή αντίσταση σε αυτά. Αποτέλεσμα: Το 2016, αντί να έχουμε βγει από αυτά, όπως βγήκαν άλλες χώρες (και άλλες δεν μπήκαν καθόλου) έξι χρόνια μετά το εφιαλτικό μαντάτο, να είμαστε σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι το 2010… Και… ποιος ξέρει πότε θα βγούμε… αν βγούμε…
Σήμερα έχουμε στην κυβέρνηση ένα αριστερό κι ένα δεξιό κόμμα. Αυτοσκοπός και των δύο είναι η μέθοδος που τα οδήγησε στην εξουσία: Η διαδήλωση. “Κουκιά ξέρουν, κουκιά μαρτυράνε”… Και να βλέπεις άναυδος τους υπουργούς και τους βουλευτές της συμπολίτευσης να… καλούν τους αγρότες να κλείσουν τους δρόμους… Εκεί, ναι, η Επιστήμη… σηκώνει τα χέρια ψηλά…
Το ζήτημα είναι ότι ο αυτοσκοπός τους, η μέθοδος με την οποία αναρριχήθηκαν στην εξουσία, ξεφεύγει νομοτελειακά από κάθε έλεγχο! “Ξεφεύγει” σημαίνει: Αυτονομείται. Η αυτονόμηση όμως μιας δύναμης που δεν υπακούει πια σε κανέναν, μετατρέπεται σε όχλο. Κι αυτό που κάνει ένας όχλος, δεν θέλουμε ούτε να το σκεφτούμε. Γι’ αυτό εδώ…θα βάλουμε τελεία.










