Τι να σου πω τώρα, κάνω τη σκέψη ότι δεν έχει νόημα πια, όμως θα συνεχίσω να μιλώ, μπας και ακούσει κανένας ένα λόγο, μήπως και νοιώσει δυο πραγματάκια πέρ’ από τα τρέχοντα και τα συνήθη.
Άντε να φιλοσοφήσω λιγουλάκι, Γιάννη μ’, κάπου και πού δεν κάνει κακό, δε μπορούμε να περάσουμε τη ζωή μας αφιλοσόφητοι εντελώς, ούτε είναι πρέπον να δεχόμαστε άκριτα όσα μας λένε. Ακόμα κι όσα μας φύτεψαν κάποτε στο μυαλό κι εμείς οι μπουμπουνοκέφαλοι νομίζουμε ότι είναι «δική μας άποψη». Λες κάτι, ακούς κάτι, διαφωνείς και καταφεύγεις στο κλισέ: «Έχω δικαίωμα να έχω την άποψή μου, ο καθένας έχει δικαίωμα να έχει τη δική του». Μάλιστα. Ναι. Δεν έχω αντίρρηση. Πώς θα μπορούσα να έχω; Αλλά μάθε, Γιάννη μ’, ότι «η άποψή σου» δεν είναι και τόσο «άποψή ΣΟΥ». Είναι μια γνώμη άλλου, ενίοτε της τηλεόρασης ή της εφημερίδας, που σε ανύποπτο χρόνο ήρθε στην αυλή σου, έκαμε παρέα μαζί σου για λίγο, τότε την απέρριψες, όπως απορρίπτεις σήμερα τη δική μου, επειδή είχες μιαν άλλη άποψη, όμως, να ξέρεις, για τις απόψεις ισχύει το ποιητικό: «Φεύγουν μένοντας και μένουν φεύγοντας».
Το πιάνεις, έτσι δεν είναι;
Η άποψή σου – θα σου το πω ευθέως – είναι αποτέλεσμα κλοπής. Και δεν είναι κακό να είσαι κλέφτης απόψεων, η αλήθεια είναι ότι δε γίνεται αλλιώς, κακό είναι να λες ότι οι απόψεις αυτές είναι δικές σου. Κακό για σένα. Διότι, έχοντας αυτή την εντύπωση, καθιστάς τον διάλογο μία σκέτη κόλαση, βασανιστήριο για κάθε καλοπροαίρετο συνομιλητή σου.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή ήθελα να φιλοσοφήσω λίγο και σε βρήκα πρόθυμο, έστω κατά συνθήκη, θα σου πω τι μου ήρθε τελευταία. Είχα πάει σε μια κηδεία και άκουσα για μιαν ακόμα φορά το γνωστό: «Χους ει και εις χουν απελεύσει».
Να σου πω τώρα τι σκέφτηκα;
Λέω: Τι μου λες ρε παππούλη; Εδώ η επιστήμη ολόκληρη λέει ότι το βάρος του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από 70% νερό και μόλις 30% οστά, δηλαδή χώμα που έγινε οστά και τα οποία – με βάση το τροπάρι – θα ξαναγίνουν χώμα. Το νερό; Το 70% νερό; Θα γίνει χώμα κι αυτό; Βεβαίως όχι. Θα εξατμιστεί, θ’ ανέβει ατμός στον ουρανό, θα γίνει σύννεφο και θα ξαναπέσει εν είδει βροχής. Ένα μεγάλο μέρος της βροχής που πέφτει, Γιάννη μ’, είναι το νερό εκείνων που πέθαναν και τους θάψαμε! Πίνουμε το νερό τους στην πηγή, το λουζόμαστε στο μπάνιο, ξεδιψάμε τους κήπους μας και το ξανατρώμε ως κηπευτικό. Δεν το σκέφτηκες ποτέ, αλλά είναι έτσι!
Κανονικά λοιπόν ο παπάς δεν θα έπρεπε να λέει ««χους ει και εις χουν απελεύσει», θα έπρεπε να λέει «ύδωρ ει και εις θάλασσαν απελεύσει». Γιατί δεν το λέει όμως; Μήπως αυτός ξέρει περισσότερα από την Επιστήμη;
Όχι. Σίγουρα όχι! Το λέει, διότι το έλεγαν κάποιοι από παλιά. Έτσι το βρήκε. Εκείνοι όμως δεν ήξεραν το στοιχειώδες. Και παραφούσκωσαν το μυαλό το δικό με λάθος πληροφορίες. Ακόμα κι ο Αδάμ δεν έγινε από χώμα, Γιάννη μ’, έγινε από νερό, έγινε από λάσπη, λέει, φαντάζομαι ότι δεν ήταν μια στέρεη λάσπη, αλλά από λάσπη νερουλή σαν κουρκούτι…











