Πάτερ, έχουμε καιρό να τα πούμε. Αμελώ πια κι εγώ. Σχεδόν αδιαφορώ για τη σωτηρία της ψυχής μου. Με πήρε σβάρνα ο αγώνας της επιβίωσης και παραμέλησα τα καθήκοντά μου απέναντι στην αιωνιότητα.
Έχω σήμερα να σου θέσω πολλά και σημαντικά ερωτήματα:
Πρώτον, αυτοί που δεν μπορούν ν’ ανασάνουν, αυτοί που δεν έχουν καθόλου χρόνο να σκεφτούν τα πνευματικά τους καθήκοντα, από το πρωί μέχρι το βράδυ δουλεύουν σαν τα σκυλιά και όλη τη νύχτα ξαγρυπνούν από το άγχος, τι ελπίδα έχουν να πάνε στον παράδεισο; Καμία λέω εγώ και, σε παρακαλώ, διόρθωσέ με, αν κάνω λάθος, τιμώρησέ με, αν αμαρτάνω σε βάρος τους. Ήρθα, πάτερ, με την απόφαση να εξομολογηθώ τα πάντα, θα σου πω λοιπόν ότι το συμπέρασμα που βγάζω, είναι ότι με τα πνευματικά τους καθήκοντα μπορούν ν’ ασχοληθούν μονάχα εκείνοι που έχουν τα χρήματά τους στην Ελβετία, μονάχα εκείνοι που έκλεψαν, άρπαξαν, λήστεψαν και ρήμαξαν την Ελλάδα. Οι άλλοι, εμείς, που τρώγαμε ψωμοτύρι μια ζωή και δεν είδαμε άσπρη μέρα, ελπίδα δεν έχουμε, καθότι, σαν φτωχοδιάβολοι που ήμασταν, όλο και κάτι μικροαπατεωνιές κάναμε για να μην πάμε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Τους πλούσιους λοιπόν βλέπω στις εκκλησίες και τους υψηλούς νοικοκυραίους να σταυροκοπιούνται και στις χριστιανικές γιορτές να μεταλαβαίνουν, εγώ, ας πούμε, που δεν σήκωσα ποτέ κεφάλι, από παιδί έτρεχα για το μεροκάματο (χωρίς ένσημα, ε) δούλεψα νύχτες, όχι οχτάωρα, αλλά δεκαοχτάωρα, να χαρείς τη βασιλεία σου, δεν καθόμουν ούτε τις γιορτές, ερχόταν η Κυριακή κι έλεγα να κοιμηθώ λίγο παραπάνω, γι’ αυτό, πάτερ, τσαντιζόμουν με τις καμπάνες που με ξύπναγαν από τα χαράματα και για τα μεγάφωνα που βασάνιζαν τ’ αυτιά μου οι φάλτσοι ψαλτάδες, έβριζα, πάτερ, τ’ ομολογώ, «το Χριστό σας, την Παναγία σας» κάθε Κυριακή, ναι, αυτόν τον εξάψαλμο έλεγα εγώ, εξ όσων γνωρίζω τον ίδιο εξάψαλμο ψέλνουν πολλοί ομοιοπαθείς, δεν ξέρω αν μπορεί να με σχωρέσει ο Θεός που καθυβρίζω ακόμα σήμερα τους αντιπροσώπους του επί της γης, αυτόν όμως δεν τον ύβρισα ποτέ, ορκίζομαι, πάτερ!
Δεύτερον, με βασανίζει το ερώτημα: Πότε αρχίζει μια αιωνιότητα; Δηλαδή, πότε αρχίζει η δική μου αιωνιότητα; Με τη γέννησή μου ή με το θάνατό μου; Σε ρωτώ ευθέως, πάτερ: Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Ναι, μου λες. Πιστεύω κι εγώ αυτό που λες, ότι υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Πριν τη γέννηση όμως; Υπάρχει άραγε ζωή πριν τη γέννηση; Όχι; Γιατί «όχι», πάτερ;
Θέλω να ξεκαθαρίσουμε ΤΩΡΑ το ζήτημα. Δεν πάω σπίτι μου, αν δεν μου πεις τι λέει η θρησκεία μας γι’ αυτό.
«Όχι, δεν υπάρχει ζωή πριν τη γέννηση». Αυτό λέει. Μάλιστα! Επομένως, ό,τι κάνω τώρα, έχει επίπτωση στην αιωνιότητα. Στην αιωνιότητα του μέλλοντος. Εντάξει για μένα που έζησα, μεγάλωσα κάνοντας αμαρτωλές σκέψεις και πράξεις. Με περιμένει ανυπερθέτως η κόλαση. Αλλά ένα μωρό ή ένα παιδί που σκοτώνεται σε τροχαίο, χωρίς να ευθύνεται αυτό, τι το περιμένει; Κι αν, ως αθώο, το περιμένει ο παράδεισος, γιατί έρχεται στον κόσμο ετούτο;
Ξέρεις, λέω με το φτωχό μου μυαλό, ότι για να έρχεται μία ψυχή στον κόσμο αυτό και να φεύγει τόσο νωρίς, προτού προλάβει ν’ αμαρτήσει, δεν έρχεται για να ζήσει, έρχεται για κάποιο λόγο, επειδή ΕΖΗΣΕ. Άρα υπάρχει ζωή ΠΡΙΝ τη γέννηση, άρα η θεωρία σου είναι μάπα ή, απλά, μου λες ψέματα. Όμως… γιατί μου λες ψέματα; Τι μου κρύβεις; Γιατί μου το κρύβεις;
Μίλα, διότι αλλιώς θα σε καταγγείλω δημόσια για τον μεγαλύτερο, το μέγιστο απατεώνα, πάτερ…










