
Τις προεκλογικές δηλώσεις δεν τις πιστεύω. Τους εκφοβισμούς δεν τους φοβάμαι. Τις προπαγάνδες των δημοσιογράφων – παπαγάλων – των ειδήσεων τις αγνοώ. Με τους τηλεοπτικούς τσακωμούς των «αντίπαλων» πολιτικών γελάω. Με την κατάντια της Βουλής ντρέπομαι. Με την κατάντια των ακόμη φανατισμένων ψηφοφόρων των κομμάτων που κατέστρεψαν τη χώρα εκνευρίζομαι. Με τους φανατισμένους συνομήλικούς μου που επιμένουν να ακολουθούν τα παραπάνω κόμματα απορώ. Με την κατάσταση της χώρας μας λυπάμαι. Τα ψέματα τα σιχαίνομαι. Την κοροϊδία επίσης. Ελπίδα για κάτι καλύτερο δεν ξέρω αν υπάρχει.
Η προσωπική μου επιλογή δεν ξέρω αν είναι η σωστή. Πιστεύω όμως ότι είναι καλύτερο να παραδέχεσαι πως δεν γνωρίζεις ή δεν είσαι απόλυτα σίγουρος για το τι είναι το σωστό, παρά να φανατίζεσαι με τις ψεύτικες (όπως αποδεικνύεται πάντα μετεκλογικά) προεκλογικές δηλώσεις των κομμάτων. Εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα δεν έχω. Φαγητό και στέγη όμως έχω. Κάποιοι άλλοι όμως δεν έχουν ούτε αυτά. Είναι άξιοι της μοίρας τους; Είναι άτυχοι; Ή είναι αποτέλεσμα αυτής της βάναυσης κι απάνθρωπης πολιτικής της λιτότητας; Λύπη για αυτούς έχω. Και όλοι έχουμε. Εκτός από τους βουλευτές που το μόνο που γνωρίζουν είναι να πληρώνονται και να προδίδουν τη χώρα μας. Μήπως έχουμε οικονομικό πόλεμο; Μήπως έχουμε γερμανική κατοχή και δεν το γνωρίζουμε; Μήπως είμαστε πολύ δειλοί για να βγούμε στους δρόμους; Ή μήπως δεν βγαίνουμε γιατί φοβόμαστε την αστυνομία, η οποία θα μας βομβαρδίσει με δακρυγόνα στην καλύτερη περίπτωση, προστατεύοντας τους πολίτες της χώρας; Μήπως «τρωγόμαστε» μεταξύ μας; Μα γιατί; Αφού όλοι το ίδιο δεν επιθυμούμε; Ένα καλύτερο αύριο. Πώς όμως είναι το καλύτερο «αύριο» για τον καθένα μας; Να έχουμε όλοι μία ικανοποιητική εργασία και συνεπώς ένα πιάτο φαγητό και ένα σπίτι με θέρμανση το χειμώνα ή πέντε σπίτια και 100.000 ευρώ το λιγότερο ασφαλή στην τράπεζα;
Μήπως είμαστε ρατσιστές; Μα, οι μετανάστες ευθύνονται για την οικονομική κρίση και την ανεργία; Δεν νομίζω. Κι εκείνοι έφυγαν από την πατρίδα τους για κάτι καλύτερο, όπως φεύγουν τώρα οι Έλληνες σε άλλες χώρες. Πώς ένας γονέας, λοιπόν, που το παιδί του ή έχει φύγει ήδη ή ενδεχομένως να φύγει στο μέλλον στο εξωτερικό για δουλειά, ψηφίζει ένα κόμμα με ρατσιστικές απόψεις; Μα γιατί ο λαός δυσανασχετεί με την γενικότερη κατάσταση της πολιτικής και της χώρας μας; Αφού έχουμε δημοκρατία και ο λαός αποφασίζει γι’ αυτούς που θα τον κυβερνήσουν κάθε φορά. Ή μήπως δεν έχουμε; Δεν ξέρεις τι να ψηφίσεις, επειδή δεν έχεις ιδέα από πολιτική ή μήπως επειδή έχεις ορθή συνείδηση και δεν έχεις επιλογή; Ερωτήματα που όλοι, πιστεύω, έχουμε αναρωτηθεί.
Ελπίζω από τις 25 Ιανουαρίου και έπειτα, εάν δεν αλλάξει τίποτα όσον αφορά την τακτική της πολιτικής της λιτότητας – μνημονίου – προδοσία της χώρας – υποτιθέμενης ανάπτυξης και των νόμων που αδικούν και εξευτελίζουν τον Έλληνα πολίτη, ν’ αλλάξει τουλάχιστον το αποτέλεσμα στις κάλπες, με την πλειοψηφία να μην εμπιστευτεί – υποστηρίξει πάλι τις ίδιες «πολιτικές μαριονέτες». Η αλλαγή δεν είναι καταστροφή. Είναι απλά μια ευσυνείδητη πράξη που πρέπει – επιβάλλεται να υλοποιείται με την ψήφο μας, όταν το παλιό είναι πλέον για τα σκουπίδια. Η ανακύκλωση, όταν το χαρτί είναι βρώμικο, δεν είναι η λύση. Ενώ, εάν υπάρχει μόνο μία θεατρική παράσταση, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να παρακολουθήσεις, τουλάχιστον προτίμησε να την παρακολουθήσεις με ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ, οι οποίοι ίσως είναι καλύτεροι.
(Θέλω να τονίσω πως το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο καθαρά από προσωπικές μου ιδέες και ερωτήματα χωρίς καμία πολιτική σκοπιμότητα, προπαγάνδα ή υποκίνηση από άλλο πρόσωπο).
Με σεβασμό,
Δήμητρα Μπόκα,
21 χρονών, Φοιτήτρια «Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 12/01/15












