Μέσα σε δεκαεννιά χρόνια, από τις εκλογές του 2004, όταν ψήφισαν 7.573.368 πολίτες (συμμετοχή 76,5%) μέχρι τις εκλογές του 2023, “χάθηκαν” 2.299.669 ψήφοι. Πήγαν στην κάλπη 5.273.699 πολίτες (συμμετοχή 53,74%). Ίσον, οι πολίτες απέχουν από το πολιτικό δρώμενο. Το πιθανότερο είναι να μην απέχουν από αδιαφορία, αλλ’ από απέχθεια, τόσο απέναντι στην πολιτική και τα κόμματα, όσο και απέναντι στους πολιτικούς τους ίδιους. Αλλ’ αυτό είναι χειρότερο, διότι συνεπάγεται μια εκτεταμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς, που βεβαίως βιώνουμε ήδη.
Μια δεύτερη ματιά σε μια πιο κοντινή πολιτική περίοδο (ανάμεσα στις εκλογές του 2019 και του 2023) δείχνει ότι “χάθηκαν” 1.770.907 ψήφοι. Από το 2019 στο 2023 δηλαδή, “χάθηκαν” 500.000 περίπου ψήφοι. Πτωτικά – σταθερά πτωτικά – το εκλογικό σώμα συρρικνώνεται με γεωμετρική πρόοδο, μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότ’ είναι κοντά, πολύ κοντά, πάρα πολύ κοντά, η εκλογική εκείνη μέρα που θα πηγαίνουν στην κάλπη μόνο οι οργανωμένες πολιτικές ή θρησκευτικές μειοψηφίες ή, αν θες, οι αυλικοί του ενός και του άλλου πολιτικού, οι “κουμπαριές” του, ας πούμε.
Είναι ξεκάθαρο: Η πολιτική που ασκείται από τη μία ή την άλλη κυβέρνηση, αλλά κι από την εκάστοτε αντιπολίτευση, δεν ασκείται για τους πολίτες, αλλά για τους πολιτικούς. Με άλλα λόγια, είναι μόνο για εκείνους που θέλουν να κάνουν καριέρα πολιτικού. Όμως αυτό έχει μία συνέπεια, καθόλου ευνοϊκή για τη Δημοκρατία: Οι πολίτες που δεν θέλουν να είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι, δεν έχουν κανένα λόγο να συμμετέχουν. Και δεν συμμετέχουν ούτε στην διαδικασία, ούτε στις αποφάσεις.
Αργά, μα σταθερά, η χώρα οδεύει για έναν τερματισμό που “τις οίδε” τι θα μας φέρει! Νιώθεις ήδη το “σπιράλ θανάτου” στο οποίο έχουμε μπει, βλέπεις καθαρά την πολιτική δίνη από την οποία δε μπορεί κανείς να ξεφύγει. Κανένα καλό δε μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτή την εξόφθαλμη πραγματικότητα που ξεδιπλώνεται απειλητικά μπροστά στα μάτια μας. Παρά τα “καμπανάκια κινδύνου” που κάπου και πού, εδώ κι εκεί, ακούγονται, τίποτα δε γίνεται, τίποτα δε μπορεί να γίνει επί της ουσίας.
Η πολιτική που ασκείται στις μέρες μας από τα κόμματα, δεν πείθει, δεν εμπνέει, δεν συγκινεί, αντιθέτως απωθεί. Για να είμστε ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό μας τον ίδιο, είναι αντιπαθητικός ο λόγος και του κόμματος που κυβερνά και των κομμάτων, όλων των κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία. Ο δε πολιτικός λόγος των κομμάτων που δεν θέλουν να κυβερνήσουν – για να κρατήσουν την καθαρότητά τους, ε – είναι, για να το πούμε μονολεκτικά, παντελώς αδιάφορος.
Τα 2,5 εκατομμύρια πολίτες που απέχουν, δεν θα επιστρέψουν στην κάλπη, τουλάχιστον επί του παρόντος, όσο διατυπώνεται αυτός ο κυβερνητικός και αυτός ο αντιπολιτευτικός πολιτικός λόγος. Ακόμα και οι πιο πετυχημένες μέθοδοι της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας απέτυχαν, απέτυχαν ήδη.
Ζητείται επειγόντως έμψυχος πολιτικός λόγος. Ζητείται ορθολογία και ορθοκρισία. Η δικαιοσύνη που έγινε αίτημα των διαδηλωτών της 28ης Φεβρουαρίου, πρέπει να γίνει δικό τους βίωμα πρώτα, να γίνει δίκαιος ο λόγος τους, δίκαιος απέναντι στους θεσμούς, δίκαιος απέναντι στην αντίθετη γνώμη, δίκαιος απέναντι στις γενιές που συναποτελούν το κοινωνικό σύνολο.
Αντί αυτών όμως βιώνουμε διαχωρισμούς, ακόμα χειρότερα, βιώνουμε διχασμούς, όχι μόνο ψυχικούς, αλλά και κοινωνικούς, τι λέω, οικογενειακούς διχασμούς να λες. Και όλο αυτό θέλει αναμόρφωση εκ βάθρων. Μόνο που το έργο αυτό δεν είναι των πολιτικών, ποτέ δεν ήταν των πολιτικών. Το κρίσιμο για την ευτυχία του λαού έργο ήταν ανέκαθεν έργο των σοφών, των διανοητών, των δασκάλων. Αυτούς να ψάξουμε. Αυτούς έχουμε ανάγκη.











