ΔΙΗΓΗΜΑ: Στην ΑΡΚΟΛΙΑ

0
161

της Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου

Ο Αύγουστος του χίλια εννιακόσια εξήντα… τόσο έφτανε στο τέλος του. Ζεστός καιρός, όμορφη φύση, διακοπές για τα σχολεία και φυσικά και για τη Νίτσα. Μια χαρά κοριτσάκι, με καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια, πιο γαλάζια απ’ τη θάλασσα, που έβρεχε το νησί. Αλλά πού να δει πέλαγο εκείνη. Δουλειές στο σπίτι και στ’ αμπέλι, τα κορίτσια στο χωριό βοηθούσαν την οικογένεια τα καλοκαίρια και κεντούσαν στον ελεύθερο χρόνο τους για το χαρτζιλίκι. Τ’ αγόρια αλλιώς, ετοιμάζονταν για άλλους ρόλους.

-αύριο θα σηκωθούμε πρωί για το αμπέλι

-μόνο εγώ ή και ο Σταύρος;

-αυτό είναι λεπτομέρεια, δες εσύ να έχεις έτοιμα τα ρούχα σου

-ό,τι πεις.

Βαριά τα λόγια του πατέρα, του Νίκου, στη Νίτσα που καταλάβαινε πλέον πολλά πράγματα. Η οικογένεια καθόταν στην αυλή και συζητούσε, εκτός από την Αννιώ, που ετοίμαζε το βραδινό τραπέζι και το μικρό Σταύρο, που έπαιζε με τα αγόρια της γειτονιάς.

Ο παππούς Σταύρος, ένας γεροδεμένος εβδομηντάρης αγρότης κι η γυναίκα του η Ουρανία. Έκαναν άλλα δύο παιδιά, αλλά το Νίκο τον κράτησαν στο χωριό, να περιποιείται τα χωράφια τους και του προξένεψαν την Αννιώ, μια σεμνή κόρη από τον πάνω μαχαλά. «Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο», έλεγε η γιαγιά Ουρανία, που ήθελε βέβαια κι αυτή να γίνεται το δικό της. Και χάρηκε που το πρώτο παιδί του γιου της, ας ήταν κορίτσι, το βάφτισαν Ουρανία, αλλά καθόλου δεν της άρεσε το Νίτσα. Τελικά επικράτησε το χαϊδευτικό, αλλά σα γεννήθηκε το δεύτερο εγγόνι της αγόρι, έβαλε όρο πριν τη βάφτιση «θα το πούμε Σταύρο και θα το φωνάζουμε έτσι, κανείς να μη σκεφτεί να κόψει το όνομα του άνδρα μου, όπως τώρα τελευταία κάνουν κάποιες προκομμένες», τόνισε με αυστηρό ύφος και δεν άφησε περιθώριο στους γονείς του μωρού να μιλήσουν. Η Αννιώ δεν έκανε τρίτο παιδί, αλλά ζούσε όλα τα χρόνια με τα πεθερικά της και φρόνιμη καθώς ήταν δεν έφερνε αντιρρήσεις στις επιθυμίες τους. Έκαναν ό,τι μπορούσαν με τον άνδρα της στα χωράφια, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Ο Σταύρος θα πήγαινε Τρίτη κι η Νίτσα Πέμπτη Δημοτικού σε δυο βδομάδες, που θα ξεκινούσε η σχολική χρονιά. Στις αγροτικές εργασίες βοηθούσε πάντα ο κυρ – Σταύρος, ενώ η κυρά – Ουρανία έμενε στο σπίτι. Τελευταία η Νίτσα αντιδρούσε στα λόγια τους, γιατί διέκρινε μια διαφορετική αντιμετώπιση στην ίδια και τη μητέρα της, η οποία ποτέ δεν είχε το θάρρος να αντιδράσει, αλλά χαιρόταν, που η κόρη της ήταν έξυπνη και δυναμική.

Εκείνο το βράδυ πέρασε ήρεμα στο σπίτι, με την κυρά – Ουρανία να πιστεύει πως το κορίτσι, σαν τέλειωνε το Δημοτικό θα έπρεπε να μην πάει Γυμνάσιο, ενώ το αγόρι επιβαλλόταν να συνεχίσει για το όνομα της οικογένειας. Στο λιτό βραδινό τραπέζι ειπώθηκαν οι καθιερωμένες ευχές και συμφώνησαν να πάει κι ο Σταύρος , που μόλις είχε έρθει σπίτι μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Νίτσα ηρέμησε, που θα ‘χε παρέα τον αδερφό της κι η Αννιώ έστειλε τα παιδιά για ύπνο μ’ ένα τρυφερό της χάδι. «Δε χρειάζονται και πολύ ντάντεμα, μεγάλωσαν πια, τα κακομαθαίνεις , το κορίτσι πρέπει να το βάλεις στην κουζίνα, να μας βοηθάει και να του ξεκαθαρίσεις πως τελειώνοντας το Δημοτικό θα μείνει σπίτι». Βούιξαν στ’ αυτιά της Αννιώς τα λόγια της πεθεράς της, την κοίταξε, μα τέτοια ώρα τι να πει;

Ξημέρωσε η τελευταία μέρα του Αυγούστου. Ο Νίκος σέλωσε τον Ντορή, ένα δυνατό άλογο με κατακόκκινο τρίχωμα και τα δυο παιδιά ανέβηκαν, να μην κουραστούν στην ανηφοριά για την Αρκολιά. Η τοποθεσία αυτή ΝΔ του χωριού ήταν καταπράσινη από αμπέλια κι ελιές και όλο το χωριό πήγαινε με ζώα, μια και ο δρόμος ήταν στενός και πολύ ανηφορικός . Συνήθως στον Ντορή ανέβαινε ο κυρ – Σταύρος κι ακολουθούσαν η Αννιώ κι ο Νίκος, μα τη μέρα εκείνη παραχώρησε τη θέση του στα παιδιά. Πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγιάς κι έφτασαν στο πηγάδι με την τεράστια στρογγυλή πέτρα, που ήταν χαραγμένη από τις λάτες, τους τσίγκινους κουβάδες με τους οποίους έβγαζαν νερό, για να πιουν ή να ποτίσουν τα ζώα τους. Τα παιδιά κατέβηκαν από το άλογο και προχώρησαν στο μεγάλο αμπέλι, που μοσχοβολούσε από τα βαρτζαμιά και τα πατρινά σκουρόχρωμα σταφύλια. Σε λίγο καιρό ο τρύγος, μα τώρα το αμπέλι είχε άλλες δουλειές και πιο πέρα ο ελαιώνας, δύσκολος κι αυτός, μια και το έδαφος δεν ήταν επίπεδο, αλλά λιθιές που με κόπο τις είχε φτιάξει ο κυρ – Σταύρος κι ήταν πολύ αυστηρός με τον καθένα που πήγαινε εκεί.

O ήλιος είχε χρυσώσει το χωριό, που φαινόταν πανέμορφο από εκεί ψηλά, με τα όμορφα σπίτια του κρυμμένα στα καταπράσινα δένδρα. Στον απέναντι λόφο άλλο χωριό και στον παραπέρα άλλο, λες κι ο πλάστης τα είχε δημιουργήσει με μια ανεξήγητη σοφία. Στο βάθος του ορίζοντα, μετά τις κορυφογραμμές των λόφων η θάλασσα, αλλά πολυτέλεια η προσέγγισή της, τουλάχιστον προς το παρόν. Στα γύρω κτήματα γνωστές φωνές, αυτές των συχωριανών, που είχαν πάει εκεί πιο νωρίς, όλοι να δουλέψουν σκληρά, για να μπορούν αργότερα να μιλάνε για σοδειά και ανταμοιβή στους κόπους τους. Υπήρχε μια μυστηριώδης σχέση κι ένας περίεργος σεβασμός μεταξύ τους και κανείς δεν ενοχλούσε ή δεν εζημίωνε τον άλλον, γιατί αλλιώς… αρχίζανε καυγάδες. Τα σύνορα αυστηρά καθορισμένα κι ο καθένας το δικό του χωράφι.

Το γνώριζαν αυτό και τα παιδιά και κάθε φορά που γινόταν συζήτηση στήνανε αυτί κι είχανε μάθει πως σε εκείνο τον τόπο ακόμα και φονικά γίνανε για τα χωράφια. Εκείνο το πρωί δούλευαν με όρεξη, μετά τις εντολές των μεγάλων, μα καθώς προχωρούσε η μέρα κι αυξανόταν η ζέστη, η Νίτσα διέκρινε στο διπλανό αμπέλι κάτι ραζακιά σταφύλια, χοντρόρωγα και κατακίτρινα. Της άρεσε πολύ αυτή η ποικιλία και ήξερε πως ωρίμαζαν νωρίτερα, αλλά δε σκέφτηκε πως ήταν του γείτονα. Ενός αγροίκου μουστακαλή, που αν σε έβρισκε στο χτήμα του ήταν ικανός να σε πνίξει. Στο δικό τους αμπέλι δεν είχαν φυτέψει ραζακί, γιατί όλα τα σταφύλια τα πήγαιναν στο χωριό και τα κάνανε κρασί. Χωρίς η Νίτσα να το καλοσκεφτεί, ο παππούς ήταν στην άλλη άκρη και διψούσε πολύ, βρέθηκε δίπλα σε ένα κλήμα φορτωμένο με ζηλευτά τσαμπιά κι άρχισε να τρώει. Φώναξε και το Σταύρο και ζήσανε μαζί την ευτυχία, όχι όμως για πολύ. Ο παππούς ο μεγάλος νους τους αναζήτησε , μια και είχε φτάσει η ώρα να πάνε ως το πηγάδι, απ’ όπου θα έβγαζαν νερό, να ποτίσουν τον Ντορή, που κι αυτός διψούσε κι έπρεπε να είναι δυνατός για ό, τι τον χρειαζόντουσαν. Αφού είδε πως δεν απαντούσαν στο κάλεσμά του , κατευθύνθηκε προς το μέρος τους.

Τα παιδιά κρύφτηκαν στο σύνορο των δύο κτημάτων, αλλά ο κυρ – Σταύρος ήταν πλέον σίγουρος πως κάποια ζαβολιά είχαν κάνει. Φυσικά ο Σταύρος είχε ελαφρυντικά, αφού ήταν μικρότερος και έκανε ό,τι του έλεγε η αδερφή του. Η Αννιώ και ο Νίκος ανησύχησαν κι αρχίσανε να ψάχνουν, μα ο παππούς άστραψε και βρόντησε από το θυμό του

-Έχουμε τη δουλειά μας θα ασχολούμαστε και με τα νιάνιαρα. Εδώ ήρθαν, να μας βοηθήσουν, η ώρα περνά η δουλειά δε θα τελειώσει. Αυτό το βρωμοθήλυκο φταίει, αν τη βρω θα της βρέξω μερικές, να μάθει.

-Κάπου εδώ θα είναι, μη φωνάζεις και τα τρομάζεις πιο πολύ, θα πάω εγώ για το άλογο, δεν παθαίνει τίποτα από λίγα λεπτά.

Ο Νίκος δεν ήθελε να μαλώνει με τον πατέρα του, μα πολλές φορές ήταν απότομος και πιεστικός. Η Αννιώ ούτε που έβγαλε μιλιά, μα αναστατωμένη άρχισε κι αυτή να ψάχνει ανάμεσα στα κλήματα. Κάποια στιγμή η Νίτσα σηκώθηκε όρθια, να τους καθησυχάσει, αλλά ο κυρ- Σταύρος έγινε θηρίο, όταν είδε πως είχαν κατεβεί στο αμπέλι του γείτονα και φουρτουνιασμένος όπως ήταν πήγε προς το μέρος του κοριτσιού. Εκείνη απόρησε για το θυμό του, αφού δεν είχε κάνει έγκλημα παρά μόνο λίγες ρώγες σταφύλι είχε φάει και προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Όταν όμως άκουσε πως ήταν του γείτονα, πως τους κατέστρεψε και είδε τον παππού της να κινείται απειλητικά προς το μέρος της, άρχισε να τρέχει, γιατί δεν είχε καμιά όρεξη να φάει ξύλο. Λαγός ανάμεσα στα κλήματα η μικρή κι ο ήλιος να καίει και τα χείλη της διψασμένα για νερό και για δικαιοσύνη. Δεν πρόλαβε ο Σταύρος να κουνηθεί κι ούτε αντιμετώπισε τις συνέπειες ,μα ο παππούς του τον ανέβασε στο δικό τους κτήμα.

Η Νίτσα έφτασε τρέχοντας στο λαγκάδι κι από κει στην απέναντι μεριά, που ήταν το πηγάδι. Καθησύχασε τη μητέρα της, λέγοντας πως δε θα επαναλάβει κάτι τέτοιο και πως θα βγάλει νερό με τη λάτα, να ποτίσει τον Ντορή που τον αγαπούσε και τον πρόσεχε κι ας ήταν μικρή. Χαμογέλασε εκείνη για τη σβελτάδα του κοριτσιού και γύρισε προς το μικρό γιο της, που εκείνη την ώρα δεχόταν τις συμβουλές του παππού του, ο οποίος άφησε την αγριάδα του και ξαναγύρισε στη δουλειά. Κόντευε μεσημέρι, η κούραση κι η δίψα αυξάνονταν, σε λίγο θα έκαναν ένα διάλειμμα για το μεσημεριανό φαγητό τους, λιτό και φτιαγμένο από το βράδυ, μα απαραίτητο, να συνεχίσουν ως το απόγευμα. Ο γείτονας εκείνη τη μέρα δεν ήρθε στην Αρκολιά, αλλά εξακολουθούσε να είναι ο εφιάλτης τους, μια και ήξερε πόσα σταφύλια είχε το κάθε φυτό, άλλωστε εκεί γύρω υπήρχαν καλοθελητές, που άκουσαν τη φασαρία…

Το κορίτσι πήρε τη λάτα μέσα από τον πυκνό θάμνο, δίπλα στο πηγάδι, που την έκρυβαν, να βγάζουν το νερό. Στο νησί δεν είχε ακόμη γίνει το δίκτυο κι έτσι οι κάτοικοι έφτιαχναν πηγάδια, όπου το έδαφος ήταν κατάλληλο κι έπαιρναν το νερό για κάθε χρήση. Έσκαβαν ένα βαθύ λάκκο μέχρι να βρουν το νερό και μετά έφτιαχναν στρογγυλή λιθιά με πέτρες, που τις έπλεκαν κατάλληλα, από τον πυθμένα ως την επιφάνεια της γης. Στην Αρκολιά το πηγάδι δεν ήταν πολύ βαθύ, όμως είχε πάντα νερό και βοηθούσε πολύ στις αγροτικές εργασίες και όχι μόνο. Εκείνη τη στιγμή η Νίτσα πλησίασε στο πηγάδι και ανέβηκε στην πέτρινη στρογγυλή πέτρα, που ήταν χαραγμένη από τα σχοινιά. Πάντα είχε ένα φόβο όταν έφτανε εκεί, μια και για κείνη τη μικρή ηρωίδα η λάτα ήταν βαριά όταν γέμιζε νερό και τρόμαζε να την τραβήξει. Άφησε το σχοινί ελεύθερο κι η λάτα έπεσε στο πηγάδι, ενώ είδε τη φάτσα της στο νερό, την ώρα που προσπαθούσε να τη γεμίσει και να την τραβήξει επάνω. Μα επειδή «ενός κακού μύρια έπονται», το άκουγε αυτό κάθε τόσο στο σπίτι, έγινε το αναπάντεχο. Σάπιο το σχοινί καθώς ήταν από την πολλή χρήση κόπηκε και της έμεινε στο πηγάδι η λάτα. Τώρα ήταν χαμένη, το ζώο διψούσε, νερό δεν είχαν να πιουν μα κυρίως ποιος αντιμετώπιζε για δεύτερη φορά τον παππού της, που δε θα της το συγχωρούσε με τίποτα.

Κάθισε κάτω απ’ τον πυκνό θάμνο κι άρχισε να κλαίει. Σε κανένα δεν τολμούσε να μιλήσει, μα δεν έβρισκε λύση, γιατί ποιος θα μπορούσε να κατεβεί στο πηγάδι, να πάρει τη λάτα και να τραβήξουν το πολυπόθητο νεράκι. Ο Ντορής που δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη δίψα , χλιμίντρισε δυνατά, σα να καταλάβαινε τον καημό του κοριτσιού και ειδοποίησε με τον τρόπο του τα αφεντικά του πως εκεί κάτι δεν πήγαινε καλά. Κι εκείνοι ήρθαν έντρομοι, γιατί φοβήθηκαν τα χειρότερα για το κορίτσι. Όταν όμως ο κυρ – Σταύρος την είδε να κλαίει, άρχισε να φοβερίζει πάλι και να κινείται απειλητικά προς το μέρος της.

-είπα εγώ στους γονείς σου πως θα μας καταστρέψεις, ένα καλό δε βλέπουμε από σένα, σκέψου να μεγαλώσεις…

-παππού μην είσαι σκληρός μαζί μου, ήταν σάπιο το σχοινί, δε φταίω εγώ, η λάτα έμεινε στο πηγάδι, θα πάρει άλλη ο μπαμπάς μου…

-εξαφανίσου από τα μάτια μου, μην κάνω αυτό που δεν έκανα πριν, κατέβα στο χωριό τώρα μόνη σου

-φοβάμαι, είναι μακριά ύστερα είναι και τα σκυλιά…

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ο κυρ – Σταύρος που δεν άκουσε κανένα προσπάθησε να τη χτυπήσει, μα εκείνη έντρομη πήρε το δρόμο προς το χωριό κι ας ήταν μακριά κι ας φοβόταν. Τι να έκανε προκειμένου να γλυτώσει απ’ τη μανία του; Ο άγριος και γεροδεμένος αυτός χωρικός πήρε ένα μακρύ ξύλο και προσπάθησε να ανεβάσει τη λάτα. Αφού δεν κατάφερε τίποτα έτσι, έβγαλε τις αρβύλες του και χωρίς να σκεφτεί πολύ κατέβηκε στο πηγάδι, κι ας μην ήξερε να κολυμπάει .Οι άλλοι δεν πρόλαβαν να πουν κάτι, αλλά και να έλεγαν ποιος τους άκουγε; Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά και δεν έφυγε κάποια πέτρα απ’ τη θέση της. Όταν ανέβηκε πάνω ανακουφίστηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν τη Νίτσα, που στο μεταξύ είχε διανύσει τη μισή απόσταση για το χωριό. Το νεράκι τους ανακούφισε κι έπειτα από τη σύντομη μεσημεριανή ξεκούραση συνέχισαν ως το απόγευμα τις δουλειές, χωρίς τη μικρή Νίτσα και προσέχοντας το Σταύρο, ο οποίος ήταν κατσούφης, που του έλειπε η αδερφή του.

Όσο για τη Νίτσα, έφτασε σχεδόν λιπόθυμη στο χωριό και έμεινε με την κολλητή της ως το απόγευμα, αφού κι εκείνης οι γονείς έλειπαν στο αμπέλι. Γιατί ποιος άντεχε την ιερή εξέταση της γιαγιάς της στο σπίτι; Σε λίγες μέρες θα άρχιζε το σχολείο, τώρα όμως σκεφτόταν πώς θα συμφιλιωθεί με τον παππού, πώς θα αποφύγει τα πικρόλογα της γιαγιάς και τι να κάνει, για να δώσει στους γονείς και στο μικρό αδερφό της λίγη χαρά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πόση ζημιά προκάλεσε που έφαγε απ’ τα σταφύλια του γείτονα ή πόση ευθύνη είχε για το σάπιο σχοινί. Κι ακόμη τι έπρεπε να κάνει για να νιώσουν καλύτερα αυτή και η μητέρα της σε εκείνο το περιβάλλον… Προς το παρόν επαναπαύτηκε, γιατί κάτι ανάλογο συνέβαινε και στο σπίτι της κολλητής της και σε άλλα στο χωριό. Κάποτε όμως αυτά έπρεπε να αλλάξουν…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ