Και τι να κάμω τώρα εγώ που δε μ’ ακούει κανείς; Σκέψεις. Ιδέες. Αισθήματα. Στον κάλαθο των αχρήστων. Και των αχρείαστων.
Ρωτάω, Γιάννη μ’: Έχει νόημα να σκέφτομαι και να μη λέω τις σκέψεις; Έχει νόημα να στοχάζομαι και να μη γράφω τις ιδέες; Έχει νόημα να ερευνώ και να μην αποκαλύπτω τα αισθήματα; Γιατί να τα κάνω τότε; Τάχα για την πνευματική μου ολοκλήρωση; Εντάξει, να το δεχτώ, είναι μια φιλοσοφική απάντηση, αλλά… γιατί δε με πείθει;
Λοιπόν, τα λέω, τα γράφω, τ’ αποκαλύπτω. Αλλά… τζίφος!
Πάει αλλού το μυαλό μου: Λέω μήπως οι σκέψεις, οι ιδέες και τα αισθήματα δεν είναι σόι. Μπορεί να υστερούν, ξέρεις, πιθανότατα υστερούν, επειδή δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία.
Καλά. Εντάξει. Ξαναρωτώ: Ποιος είναι ο μηχανισμός που αναγορεύει αυτήν την καταγωγή σε αξία και την άλλη σε απαξία;
Ξέρεις τι λέω, Γιάννη μ’;
Λέω πως ο διάλογος έχει πεθάνει στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι δέχονται και υιοθετούν το λόγο που έρχεται άνωθεν. Μόνο αυτόν. Ο λόγος που έρχεται ένθεν κακείθεν, δε μετρά. Όταν έπαψε να μετρά, σταματήσαμε να βλέπουμε και ν’ ακούμε ο ένας τον άλλο. Περιμένουμε το λόγο από τον ανώτερο και καταργήσαμε τον διπλανό. Το ίδιο έχει συμβεί με τα κόμματα, ναι, αυτά ήταν οι πρώτοι διδάξαντες, αριστερά και δεξιά. Μετά ήρθε και μας αποτελείωσε η τηλεόραση. Ο κάθε τζουτζούκος, άμα βγει στο γυαλί, μετατρέπεται σε προφέσορα.
Εσύ, όμως, Γιάννη μ, εγώ, εδώ κάτω, στο χαμηλότερο κοινωνικό σκαλοπάτι, ό,τι και να πούμε, ακόμα και το σοφότερο, ό,τι και να γράψουμε, ακόμα και το ευφυέστερο, δεν αξίζει ούτε μία πεντάρα. Ο κόσμος δομήθηκε πυραμιδοειδώς. Πώς να το αντιπαλέψεις αυτό; Δε γίνεται…
Ξέρεις, έχω σκεφτεί να γινόμουν κάτι, οτιδήποτε, τότε θα έλεγα τις σοφίες μου και θα μ’ άκουγαν, έτσι δεν είναι;
Αυτό το «κάτι» το αρνήθηκα για μια ζωή. Αλλά είναι ώρα ν’ αλλάξω τροπάρι. Αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα ως λαϊκούρα που είμαι, θα δοκιμάσω να γίνω «κάτι».
Αλλά… τι;
Έμαθα στη μακρόχρονη πια ζωή μου, ότι άμα γίνεις δημοτικός σύμβουλος, πρέπει να μπορείς να γίνεις και Δήμαρχος. Άμα γίνεις Δήμαρχος, πρέπει να μπορείς να γίνεις και Νομάρχης. Άμα γίνεις Νομάρχης, πρέπει να μπορείς να γίνεις και βουλευτής. Άμα γίνεις βουλευτής, πρέπει να μπορείς να γίνεις και υπουργός. Άμα γίνεις υπουργός, πρέπει να μπορείς να γίνεις και πρωθυπουργός. Άμα γίνεις πρωθυπουργός, πρέπει να μπορείς να γίνεις και Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Αλλά, εγώ, Γιάννη μ’, δε μπορώ να γίνω Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Άρα δε μπορώ να γίνω ούτε Δημοτικός Σύμβουλος.
Γι’ αυτό κάθομαι στ’ αυγά μου.
Κάθομαι στ’ αυγά μου, αλλά σέβομαι τον Δημοτικό Σύμβουλο ίδια με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στον κώδικα των δικών μου πολιτικών αξιών, είναι σεβαστά πρόσωπα και οι δύο με τον ίδιο τρόπο. Σέβομαι τον Δημοτικό Σύμβουλο με το θεώρημα ότι μπορεί να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι πολιτεύεται με την ίδια αξιοπιστία και την ίδια εγκυρότητα που έχει ο Πρόεδρος.
Όταν δεν το κάνει αυτό, απογοητεύομαι. Κι αρχίζω να κάνω σκέψεις, ότι θα μπορούσα να γίνω κι εγώ χαλίφης στη θέση του χαλίφη.
Αλλά, Γιάννη μ’, στο τέλος, γίνομαι ευτυχής, όταν αναγνωρίζει ο κόσμος ότι είμαι Πρόεδρος Δημοκρατίας στο σπίτι μου.
Πίστεψέ το: Είναι ίδια ευτυχία με το να γινόμουν Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.











