Προμηθέα μονόλογος

Κάθε μέρα στα Τάρταρα
του κόσμου να δένομαι
απ’ τα είδωλα της ματαιότητας,
και να προκαλώ,
πλυμένος στη γνώση και το βίωμα,
τον αετό το σηκώτι να μου φάει
γιατί η ψυχή μου
ραμφίζει δρόμους
μέσα από τα κακοτράχαλα
μονοπάτια της υπομονής
στάλες για να βρει Αιωνιότητας.
Κι είμ’ εγώ ο ίδιος και ο Ηρακλής
που με λευτερώνει
γυρίζοντας και το άλλο μάγουλο
στον εχθρό
γιατί τα δεσμά του φόβου
τα έχω λιώσει
στα κρυμμένα μου χυτήρια.

Αχ, θυσία που θέλω να γράψω
στα πεζοδρόμια της ανθρωπότητας
ένα μικρό φτερό να βάλω
κι εγώ στο πλάσμα κείνο
το ανώτερο
που πλάστηκε για να πετάει
μα επέλεξε
τη βαρύτητα του χώματος!

Ο Προμηθέας στον Αετό

Έλα, φάε το σηκώτι μου, αετέ
έλα, στο προσφέρω εγώ,
τό ‘βγαλα με τα ίδια μου τα χέρια
σπονδή σε σένα.
Έλα, δάγκωσέ το,
δάγκωσε λεύτερα
γιατί εγώ είμαι ο δεσμώτης
κι εσύ ο λεύτερος.

Έλα, τη λέξη ‘φόβος’
την πέταξα στο έρεβος της λήθης,
όταν έδωσα την ψυχή μου
δώρο στους ανθρώπους
κρυφά απ’ το Κράτος και τη Βία του.

Έλα, αετέ,
να γίνουμε φίλοι
Εγώ θα σου δίνω φαγητό
– κι είναι κι υγιεινό, λένε-
κι εσύ θα μου λες
τα νέα των Ολύμπιων
των ξόανων των χρυσών,
των αργυρών και ξύλινων
που παριστάνουν τους θεούς.
Έλα, μη φοβάσαι,
εγώ είμαι ο δεσμώτης
κι εσύ ο λεύτερος!
Έλα, για μένα μην ανησυχείς,
δεκατρείς γενιές μείνανε μόνο,

κι εγώ ο ίδιος από μόνος μου
προσάναμμα θα πέσω
στον κεραυνό του
άστρο να γίνω και να λάμπω

κι άλλωστε τα άστρα
λάμπουν περισσότερο
στο σκοτεινότερο ουρανό.

………………………………………………..

Από Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία κ’

Λύνουν τ’ ασκί κι οι άνεμοι όξω χυθήκανε όλοι,
κι αυτούς τους πέταξε άξαφνα στο πέλαγο η αντάρα,
αλάργα πάλε απ’ τη γλυκιά πατρίδα, ενώ θρηνούσαν.
Ξύπνησα τότε κι έλεγα στην άφοβη καρδιά μου,
να πέσω αμέσως να πνιγώ στο κύμα απ’ το καράβι
ή να βαστάξω αμίλητα και στη ζωή να μείνω.

(Οδύσσεια, ραψωδία κ’, στ.: 48-53, μτφρ.: Ζήσιμου Σιδέρη)

Τί κάνατε, σύντροφοι, εκεί, τί κάνατε;
Την άβυσσο, ταλαίπωροι, ελευθερώσατε,
όχι την άβυσσο, το Έρεβος, τον Κέρβερο
που να κατασπαράξει θέλει τ’ όνειρό μας το μεγάλο.
Αχ, οι Θεοί με κυνηγούν κι οι Μοίρες με χλευάζουν
και πλάνητας θα καταντήσω, σκόρπιος άνεμος
για λίγα ζητιανεύοντας ψιχία της πατρίδας.
Αχ, καπνό πατρώο θα δω, σπίτι δε θα γευτώ!
Δεν ήτανε ασκός μ’ Ανέμους τούτος, δεν ήταν. Όχι!
Το κουτί ήταν της πανάρχαιας Πανδώρας
που απ’ τα Τάρταρα της Λήθης γύρισε κι αμόλησε
τις Ερινύες που διψούν για το αίμα ονειρευτών
που τόλμησαν να πλησιάσουν την Ιθάκη τους.
Αλλοίμονο, εκεί που τη ζωή μας θ’ ανασταίναμε
στου Ποσειδώνα πέσαμε τα ιοβόλα άγγιστρα.

Σκίστε τα ρούχα, ρίξτε χώμα στα μαλλιά
στα δάκρυά σας λευκανθείτε, σα θρόισμα τ’ ανέμου
ελαφρείς να γίνετε μήπως κι ο Θεός μας λυπηθεί.
Εμπρός, γκρεμούς ανηλεείς ν’ ανέβουμε έχουμε
από μαύρες θάλασσες και στεριές αβυσσοτόκους.
Αχ, Άδη που πεθύμησες στο Χάος να μας γκρεμίσεις.
Κι ορίζοντας πουθενά – γιατί δεν ξέρω πια
που τελειώνει ο Ορίζοντας κι αν τελειώνει!

Μα όχι! Δεν τη χάσαμε την Ιθάκη μας. Όχι!
Κι ας φουρτούνιασε η ψυχή από τα πάθη μας
τη στιγμή που σπίθα ένιωσε του Παραδείσου.
Αχ, είμαι ο Οδυσσέας και πάντα θά ’μαι
και το έπος τούτο πρέπει να το ζήσω!
Εμπρός, αδέρφια κάμετε τα δάκρυα κουπιά
και την πίστη άφθαρτο άσειστο πανί,
ντυθείτε την αλμύρα, μεταλάβετε τον Ουρανό
μη και ναυαγήσει τ’ Όνειρο στις ερημιές του χρόνου.
Όρτσα οι καρδιές. Τώρ’ αρχίζει η Οδύσσειά μας!

Το Έπος του Αχελώου

Ποτάμι χύνεται η λύσσα μες στα φρένα του
λάβα κύμα ορμητικό, τα σωθικά του διαβρώνει.
Χάνει τη Διηάνειρά του!
Αράχνη η ματιά της και τον έχει αιχμαλωτίσει.
Φίδι το κορμί της και τον έχει φαρμακώσει.
Μέλι τα χείλη της καυτό και τη λαλιά του κάψαν.
Έχασε τη Διηάνειρά του!
Και στέρεψε το αίμα του κι ερήμωσε το βλέμμα του.

Ένα δάκρυ το νερό του κι ένας αναστεναγμός
το πυρώνει και το εξαγνίζει στην οδύνη του
και ταύρος πια ξεχύνεται στης ήττας του τα βράχια
στην ανελέητη του τη θλίψη κατακλύζοντας τη γη.
Η Γη τον αγκαλιάζει τρυφερά σαν Κόρη
που περίμενε από καιρό τη ζείδωρο ανάσα του.
Κι εκείνος, όλος ύλη, όλος πνεύμα, όλος πόνος
σαν πέλαγος αγριεμένο απ’ τον Ποσειδώνα
τ’ ωκεάνιο φως που κρύβει μέσα του ξυπνά
και σπέρνει τη δροσιά του ομορφιά τη γη κεντώντας.
Κι όση οργή τ’ απέμεινε την κάνει αύρα κι άρμη
στο Ιόνιο που τους καημούς του πρόθυμα ακούει.
Ο Χρόνος πέρασε τη μάνητά του τιθασσεύοντας
και σύζυγος πιστός τη Γη του στοργικά φροντίζει.

Μα γω σα χάνομαι στο ήρεμο κελάρυσμά του
σταγόνες ανιχνεύω από βουβό καημό
σαν όνειρο ακοίμητο που όνειρο θα παραμείνει,
σαν το σαράκι ποιητή που δεν κατάφερε ποτέ
το έπος το μεγάλο που τον φλόγιζε να γράψει!

Τύμπανο 4 / Ιούνιος 2013

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος