Πια καθαρά δε μπορεί να ειπωθεί: Δεν υπάρχει κεντροαριστερά. Κι ακόμα καθαρότερα: Ο διάλογος για την κεντροαριστερά είναι μια φαντασίωση, ένας ιδεασμός, μια πολιτική ψευδαίσθηση. Ένα κουβεντολόι χωρίς αντικείμενο. Και, ως τέτοιος, ο διάλογος αυτός δεν θα καταλήξει πουθενά, δε μπορεί να καταλήξει.

Θα χρησιμοποιήσουμε τώρα όση ισχύ, την λίγη ισχύ που απόμεινε στους παλιούς πολιτικούς όρους, αυτούς που όριζαν κατανοητά τότε την δεξιά, την αριστερά και τις παραφυάδες της καθεμιάς εξ αυτών, θα το κάνουμε έτσι για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε καλά, να το εμπεδώσουμε, και να καταδειχτεί η μεγάλη πλάνη που κατακυριεύει ως εμμονή πια τον “μεσαίο χώρο”. Πλάνη που αναστέλλει κάθε ρεαλιστική αναζήτηση για έναν υγιή πολιτικό φορέα που θα έχει στόχο ν’ αφήσει δεξιά του την δεξιά και αριστερά του την αριστερά.

Η εμμονική συζήτηση για την κεντροαριστερά μετατοπίζει το κέντρο βάρους του ζητήματος.

Από την ίδρυση της Μεγάλης Δημοκρατικής Παράταξης το θέμα μετατοπίζεται πονηρά κι ενοχλητικά στην διάσωση του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ.

Τα πράγματα είναι απλά:

Η κεντροαριστερά είναι ένας καινοφανής πολιτικός όρος. Εφευρέθηκε εκτάκτως, όταν το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε με τα μούτρα στα πατώματα. Γιατί και πώς… “είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο”. Μέχρι το 2010, θυμηθείτε, ΔΕΝ υπήρχε κεντροαριστερά. Υπήρχε μόνο ΠΑΣΟΚ.

Σκέτα ΠΑΣΟΚ. Ούτε καν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα δεν υπήρχε. Η έννοια “Σοσιαλιστικό” μέσα στον πλήρη τίτλο του κόμματος είχε ξεχαστεί. Μπορεί να υπήρχε (και υπήρχε) ως ιδέα κατά τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, ξεχάστηκε όμως αμέσως μετά το 1981.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ξέχασε και ο Σύριζα το “πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης”…

Λοιπόν, ναι, τίποτα το Σοσιαλιστικό δεν υπήρχε μέσα σ’ αυτό το σχήμα που κυριάρχησε στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Κι αφού δεν υπήρχε σοσιαλιστικό, δεν υπήρχε και αριστερό.

Άρα, όσοι μιλούν για την αναβίωση της κεντροαριστεράς, εννοούν μόνο την αναβίωση του ΠΑΣΟΚ. Σκέτα ΠΑΣΟΚ. Τίποτε άλλο. Και όχι το πρώτο ΠΑΣΟΚ, αλλά το επόμενο. Το στεγνό, μονοδιάστατο, μονόχνωτο, συνδικαλιστικό και κρατιστικό ΠΑΣΟΚ.

Κανείς από τους διαλεγόμενους τώρα δεν θέλει την αναβίωση του σοσιαλισμού ή της αριστεράς. Κανείς δεν θέλει την αναβίωση των παραφυάδων του σοσιαλισμού (ας πούμε: σοσιαλδημοκρατία) ή της αριστεράς (ας πούμε: κεντροαριστερά). Όσοι μιλούν για αναβίωση της κεντροαριστεράς, εννοούν αναβίωση εκείνου του ΠΑΣΟΚ που κάποτε (ιδιοτελώς) αγάπησαν. Το κάνουν εκείνοι που δεν έγιναν δεκτοί στον Σύριζα. Κι άλλοι το κάνουν από εθισμό, το κάνουν ακόμα μία φορά όπως το έκαναν πάντα: Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το ΠΑΣΟΚ έκανε “άνοιγμα” στην αριστερά. Λεηλατούσε κάποια αριστερά πιασάρικα συνθήματα, όμως, μόλις έπαιρνε τις εκλογές, τα ξεχνούσε… Στις επόμενες εκλογές η ίδια διαδικασία. Κι έτσι πέρναγαν τα χρόνια. Λοιπόν, η συζήτηση για την κεντροαριστερά είναι το ίδιο λαϊκίστικο κόλπο.

Με άλλα λόγια ο διάλογος για την κεντροαριστερά είναι ένα παλιό (αλλά φθαρμένο πια, και επομένως αναποτελεσματικό) τερτίπι, μοναδική αποστολή του οποίου είναι να διασωθεί η εναπομείνασα πασοκική νομενκλατούρα.

Άλλωστε το όποιο αριστερό συναίσθημα διασώθηκε στο ΠΑΣΟΚ αποδήμησε τα τελευταία χρόνια στον Σύριζα. Αυτό γνωρίζει και ο Γιώργος Παπανδρέου, γι’ αυτό θέλει τον Σύριζα στο τραπέζι του διαλόγου… Η διευκρίνιση ότι δεν εννοεί την ηγεσία, αλλά τους ψηφοφόρους του Σύριζα, είναι “προφάσεις εν αμαρτίαις”. Οι ψηφοφόροι δεν είναι αντικείμενα να τα μετακινείς από το ένα στο άλλο ράφι…

Ε, ναι, αυτό το παραμύθι τελείωσε. Δεν κατάλαβαν ότι τελείωσε ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, έχει μικρή σημασία. Κι επειδή τελείωσε αυτό το παραμύθι, δεν προχωράει τίποτα στον προσχηματικό διάλογο που, υποτίθεται, κάνουν “οι δυνάμεις του χώρου”. Ο διάλογος αυτός είναι “στάχτη στα μάτια του κόσμου”. Στον πυρήνα του δεν θα βρεις τίποτα το ουσιαστικό, τίποτα το διαλεκτικό, τίποτα που μπορεί να καταλήξει κάπου…

Οι συνέπειες αυτής της κακόγουστης τελικά θεατρικής παράστασης που διεξάγει από τον Ιανουάριο η Φώφη Γεννηματά, παρά τις ελπίδες (και τις δικές μας ελπίδες) είναι, τελικά, διαλυτικές μιας διάχυτης στον λαό πολιτικής συνείδησης, η οποία αρνείται τις ακρότητες, την δεξιά ακρότητα από τη μια, την αριστερή ακρότητα από την άλλη. Όλως τυχαίως αυτή η πολιτική συνείδηση με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι, θα έλεγε κανείς, ευρυτάτη. Καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αφήνει έξω της μόνο τον εθνικισμό στα δεξιά και τον διεθνισμό στα αριστερά. Μπορείς να πεις ότι αφήνει έξω από τον νυμφώνα τα δόγματα και τις αγκυλώσεις των δογμάτων, όποια ετικέτα και να βάζουν στο κούτελο. Είναι, πώς να το πεις, η γεννημένη (όμως αβάπτιστη ακόμα) πολιτική παράταξη, η οποία, οργώνοντας, σπέρνοντας, ποτίζοντας την Δημοκρατία, μπορεί από την φύση της να προσπερνά ήσυχα τον φασισμό της τελειότητας ή τον ναζισμό του ιδανικού, κορυφαία δε, να μετατρέπει το λάθος σε αρετή και την αδυναμία σε δύναμη.

Δε μοιάζει να υπάρχουν αντικειμενικά οι όροι για την ίδρυση αυτού του μεγάλου λαϊκού πολιτικού Κινήματος στον “ενδιάμεσο χώρο”… Το παράδοξο είναι ότι αυτό το μεγάλο και ευρύ λαϊκό Πολιτικό Κίνημα δεν μπορεί να γίνει από κάποιο μαζικό κόμμα, αλλά, καθώς φαίνεται, από ένα μικρό ευέλικτο (και πεφωτισμένο πολιτικά) κόμμα, θεμελιωμένο στον διαφωτισμό που η νέα Ελλάδα δεν γνώρισε… Ένα κόμμα επιλέκτων που θα συγκινήσει το λαό με την Αλήθεια. Όμως αυτό το έργο δεν ανήκει στις μάζες, ούτε σε κάποιον χαρισματικό αρχηγό, αλλά σε μια δημιουργική παρέα, τα μέλη της οποίας θα συνδέονται με την αρετή της συλλογικής φιλίας, το καθένα δε εξ αυτών θα έχει να παρουσιάσει αναγνωρίσιμο ατομικό έργο σε κάποιον από τους τομείς που η ζωή καταγράφει στο μαυροπίνακα ως αρετές του ανθρώπου.

Το παλιό πλέον αίτημα των “ρομαντικών” του χώρου, αίτημα αυτοδιάλυσης του ΠΑΣΟΚ με σκοπό την απελευθέρωση των δυνάμεων για επανίδρυση του χώρου, ας το παραδεχτούμε, δε μπορεί να γίνει. Οπότε: Η ίδρυση της Μεγάλης Δημοκρατικής Παράταξης δεν μπορεί να συμβεί πριν από την εξαέρωση του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες ή τις μεθεπόμενες εκλογές. Όσο πιο πολύ καθυστερεί αυτή η εξαέρωση, τόσο το χειρότερο για τον ενδιάμεσο χώρο, τόσο το χειρότερο για το λαό, τόσο χειρότερο για την Ελλάδα.

Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε τον χρόνο που “γιατρεύει τα πάντα”. Στο μεταξύ θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε αδρά όχι μόνο τις επιλογές της αριστεράς, αλλά και της κεντροαριστεράς. Κι ενώ θα πληρώνουμε αυτά, θα κινδυνεύουμε από την επέλαση της δεξιάς. Όχι της δεξιάς του Μητσοτάκη, αλλά της δεξιάς ενός γοητευτικού αρχηγού που δεν υπάρχει αυτή την στιγμή στο πολιτικό προσκήνιο.

Κι αν, για το τέλος, μένει κάποια απορία για το τι αντιπροσωπεύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θα διατυπώσουμε την θέση ότι: Ο Κυριάκος ΔΕΝ είναι δεξιός. Παρά τις ετικέτες (περί νεοφιλελευθερισμού) που του κολλούν μηχανιστικά και αφιλοσόφητα οι αριστεροί και οι κεντροαριστεροί, ο Κυριάκος θα είναι μία απλή μετάβαση από την αριστερή ακρότητα του Σύριζα στην δεξιά ακρότητα του αγνώστου Χ… Με δεδομένο λοιπόν ότι ο ενδιάμεσος χώρος αδυνατεί να βρει τα πατήματά του, κι επειδή πρέπει να διατηρήσουμε ζωντανή μία ελπίδα, να πούμε το εξής: Αν υπάρχει μία ελπίδα για να ΜΗ φτάσουμε ως τον άγνωστο ακροδεξιό κι εθνικιστή Χ, είναι να νοικοκυρέψει την Ελλάδα ο Κυριάκος στο μεταξύ… Αν θα τα καταφέρει ή όχι, δεν το γνωρίζει κανείς… Αξίζει όμως να του δοθεί η ευκαιρία. Άλλωστε, αντικειμενικά πάντα μιλώντας, δεν υπάρχουν άλλες επιλογές…

Ακολουθήστε τον Παντελή Φλωρόπουλο στο TWITTER.

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
SHARE
Προηγούμενο άρθροΕκδήλωση του ΠΑΣΟΚ στο Αγρίνιο το Σάββατο
Επόμενο άρθροΣτα σκαριά 8 διαγωνισμοί για 2.484 μόνιμους σε υπουργεία, νοσοκομεία, ΔΕΚΟ
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Εκδότης και συντάκτης περιοδικών, μεταξύ των οποίων: «Αραμπάς» (1991 – 1997), «Στρατόσφαιρα» (1999 – 2000) και «ΑγοράΖην» (2004 – 2008). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Αναγγελία» (Αγρινίου) από το 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της “Αναγγελίας” με άρθρα, χρονογράφημα και παραμύθι. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο από το 1990 μέχρι το 1996. Το 2016 βραβεύτηκε από τον “Παρνασσό” για το θεατρικό έργο του “ο Καραγκιόζης... Έλληνας”. Παραμυθογράφος, με πρώτο παραμύθι του την “Πολιτεία των λουλουδιών” (1980) και τον “Παραμυθόκηπο” (2010 και 2018).