Γράφει η Μάριον Χωρεάνθη για την «Πολιτεία των λουλουδιών» του Παντολέοντα Φλωρόπουλου (Εκδόσεις Μυρτιά, Εικονογράφηση: Χρήστος Παπανίκος) στο fractalart.gr

Τα παραμύθια δεν είναι μόνο για παιδιά. Ή, μάλλον, όπως ο ίδιος ο Παντολέων Φλωρόπουλος επισημαίνει στο επιλογικό σημείωμα του βιβλίου του Η Πολιτεία των Λουλουδιών, “το παραμύθι βγαίνει από την παραμυθία. Που σημαίνει παρηγοριά. Κι αν είναι κάποιος που σ’ αυτόν τον κόσμο πρέπει να παρηγορηθεί με το παραμύθι, δεν είναι το παιδί, αλλά ο ενήλικας που πολυεπίπεδοι εξωτερικοί παράγοντες έθαψαν το παιδί μέσα του”. Η Πολιτεία των Λουλουδιών, λοιπόν, αν και αυτοχαρακτηρίζεται “παραμύθι”, δεν απευθύνεται αποκλειστικά στα παιδιά. Είναι η ιστορία ενός αγοριού στο κατώφλι της εφηβείας, της ανακάλυψης του κόσμου με ό,τι πρωτόγνωρες, καθοριστικές εμπειρίες και συναισθήματα εμπλέκει και προκαλεί.

Με την καθοδήγηση αρχικά ενός γιγάντιου πελαργού και, στη συνέχεια, του σοφού παππού του, ο μικρός Ζανέτος – πλάσμα άκρας αθωότητας, “αγρίμι” μεγαλωμένο μέσα στη φύση, με την οποία επικοινωνεί και αλληλεπιδρά ως αυτονόητο και αναπόσπαστο στοιχείο της, άφθαρτο από τους περιορισμούς και τις συμβάσεις του λεγόμενου “πολιτισμού” – σιγά σιγά θα ξεμυτίσει από το προστατευτικό, αδιαπέραστο ίσαμε τότε κέλυφος μιας μακάρια μοναχικής και ευφρόσυνα αλαφροΐσκιωτης παιδικότητας για να γνωρίσει την “παραέξω” ζωή, συναρπαστική όσο και επικίνδυνη, γεμάτη δρόμους αλλά και εμπόδια: έναν περίπλοκο και εύθραυστο μαζί μηχανισμό όπου “τα προβλήματα γεννούν. Λυμένα, γεννούν κόσμους. Άλυτα, γεννούν κόμπους”, ενώ η πρώτη επαφή με την αποκαλούμενη “οργανωμένη” (αστική) ανθρώπινη κοινωνία “είναι σαν να κατεβαίνεις από τον ουρανό στη γη, σαν να είσαι νερό και γίνεσαι πάγος, σαν να ήσουν λάβα και έγινες χώμα”.

Δάσκαλος και την ίδια στιγμή μαθητής του εαυτού του, ο Ζανέτος απηχεί τον Αιμίλιο του Ρουσό, τον Candide ή τον Ingenu του Βολτέρου και τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξιπερί. Η ουτοπικά θεσπέσια, παραμυθένια “πολιτεία των λουλουδιών” στην οποία τον ξεναγεί ο φίλος του ο πελαργός, ιδανικά ευνομούμενη δίχως την ανάγκη εξουσίας, κυριολεκτικά διαφανής στον τρόπο διαβίωσης των κατοίκων της και λειτουργίας των θεσμών της, αποτελεί το “υποχρεωτικό”, θα λέγαμε, μεταβατικό στάδιο του ιδεαλισμού που διακρίνει τη νεανική ηλικία (με ίχνη, ακόμα, της υπερβατικής αντίληψης των παιδιών) πριν την αντιπαράθεση με την πραγματικότητα – πριν τη συνειδητοποίηση του καταστροφικά παρεμβατικού ρόλου τον οποίο διαδραματίζει ο άνθρωπος στην κάθε πτυχή του φυσικού περιβάλλοντος που τον φιλοξενεί, αντί να εντάσσεται ο ίδιος, αρμονικά και “αναίμακτα”, σ’ αυτό: “Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό του πως οι άνθρωποι δεν θα μπορούσε να είναι φίλοι με τα λουλούδια, με τα πουλιά, με τα δέντρα. Κάτι έμπαινε ανάμεσά τους και χώριζε τους κόσμους τους στα δυο”. Διότι, “ακόμα και όταν οι άνθρωποι δεν το θέλουν, όπου πάνε, προκαλεί το κακό η παρουσία τους”.

Όπως είναι αναγκαίο το πέταγμα πάνω στη ράχη ενός πελαργού, το πέρασμα από τη “μαγική” αθωότητα (την “παιδική ηλικία του μάγου”, κατά τον Έσσε), εξίσου μοιραία – αναπόφευκτη – είναι και η συνήθως απότομη προσγείωση. Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ούτε να σταματήσει την πορεία προς την ενηλικίωση, την ωρίμανση του πνεύματος που ακολουθεί τη σωματική ανάπτυξη και εξαιτίας της οποίας ο “αγγελικά πλασμένος” παιδικός κόσμος καταλήγει να αναιρεθεί εν μέρει ή συνολικά, με τρόπο συχνά δυσάρεστο, αν όχι οδυνηρό: “Όταν ένας άνθρωπος παύει να είναι παιδί, γίνεται ένας σεισμός στο διάστημα και βυθίζεται στα νερά η πολιτεία των λουλουδιών”. Γιατί από άλλο ύψος και γωνία, με άλλο εύρος ματιάς αντικρίζει τα πράγματα ένα μικρό παιδί και από άλλο ένα μεγαλύτερο, ένας έφηβος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως πρέπει η αγνότητα του παιδικού βλέμματος, η φλόγα της παιδικής φαντασίας, να χαθεί εξ ολοκλήρου και αμετάκλητα: η καταβύθιση της “πολιτείας των λουλουδιών” από μια τυχαία, αθέλητη κίνηση του Ζανέτου δεν ήταν παρά ένα κακό όνειρο – ένα όνειρο, ωστόσο, που τον άλλαξε για πάντα, σε βαθμό ώστε να μην μπορεί πια να ξαναγίνει εκείνος που ήταν – απ’ το οποίο ξυπνά, αλαφιασμένος και ανακουφισμένος μαζί, “σαν μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο”. Μα και μέσα στον εφιάλτη του, τα ίδια τα λουλούδια γλίτωσαν απ’ τον καταποντισμό της πολιτείας τους και ταξίδεψαν σε άλλους πλανήτες, για να χτίσουν καινούργιες πολιτείες. Σαν τις σκέψεις και τις ιδέες των ανθρώπων, που “είναι πλάσματα του νου, παίρνουν μορφές, γίνονται οντότητες αιθερικές” και υλοποιούνται σε έργα, τα οποία “συναντιούνται μεταξύ τους, κάνουν ισχυρές χημικές ενώσεις, δυναμώνουν, άρα γίνονται ισχυρότερα από τους ανθρώπους. Τα δημιουργήματα γίνονται δημιουργοί”.

Ο Παντελής Φλωρόπουλος

Δεν είναι τυχαίο που για το επόμενο ταξίδι του, το μεγάλο, αποφασιστικό βήμα που θα τον οδηγήσει από την απομονωμένη, οχυρωμένη σφαίρα της παιδικότητας στην έκθεση, στη γνωριμία και τη συνύπαρξη με τους υπόλοιπους ανθρώπους, ο Ζανέτος έχει για σύμβουλο όχι πια τον πελαργό, αλλά τον παππού του – κυνηγό και καλλιεργητή της γης, ιδιότητες πρωτοτυπικές του ανθρώπινου όντος. Με τη γνώση, την πείρα και την αγάπη του, μέσω της διαλεκτικής και άμεσων ή έμμεσων συσχετισμών με ιστορικά γεγονότα και υπαρκτούς ή επινοημένους αιτιολογικούς μύθους, ο παππούς θα διδάξει στον εγγονό του μεθόδους επιβίωσης δανεισμένες από την ίδια τη φύση, προσαρμοσμένες όμως στις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας των ανθρώπων. Δεν θα εμποδίσει τον Ζανέτο να προχωρήσει μόνος του από δω και μπρος στην εξερεύνηση της ζωής, όσο κι αν τους πονάει και τους δυο ο αποχωρισμός: ένας αποχωρισμός συμβολικά οριστικός, αφού ο παππούς, ακόμα κι αν βρεθεί πάλι μια μέρα με τον εγγονό του, δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδεί το παιδί που ήταν άλλοτε ο Ζανέτος.

Στον επίλογο του τρυφερά παραβολικού και στην ουσία φιλοσοφικού αυτού αφηγήματος, ο συγγραφέας παραθέτει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία της Πολιτείας των Λουλουδιών, που γράφτηκε και πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, καθώς και τη δική του στάση απέναντι στη λογοτεχνία για παιδιά και στο παραμύθι ειδικότερα, του οποίου τις αρχές και τις προθέσεις θέλησε να επαναφέρει στη λειτουργική αυθεντικότητα των λαϊκών και πρώιμων λόγιων καταβολών τους: “Ποιος αποφάσισε ν’ αφαιρέσει από τα σύγχρονα παραμύθια το αρχετυπικό στοιχείο που βασιλεύει στα κλασικά παραμύθια, ποιος απέσυρε από τα παραμύθια τις απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα του νέου ανθρώπου; Ποιος ειδικός λοιπόν και γιατί […] εγκατέστησε περίπου θεολογικά το αποστειρωμένο αυτό περιβάλλον, στερώντας από το παιδί πολύτιμα αντισώματα για τη ζωή;”

Η Πολιτεία των Λουλουδιών ξαναβγήκε το 2016 από τις εκδόσεις Μυρτιά, “λουσμένη και χτενισμένη” (όπως αυτολεξεί αναφέρουν τα στοιχεία έκδοσης), με πολύ όμορφο έγχρωμο εξώφυλλο και θαυμάσια ασπρόμαυρα σχέδια διά χειρός του σκιτσογράφου Χρήστου Παπανίκου – τα οποία, πιστά στο πνεύμα του κειμένου, φέρνουν στο νου κλασικές εικονογραφήσεις παραμυθιών, σαν εκείνες του Ε. Χ. Σέπαρντ ή του Χάουαρντ Πάιλ. Βιβλίο ιδιαίτερης καλαισθησίας και υπόστασης στην όψη όσο και στο περιεχόμενο, από κείνα που σπάνια κυκλοφορούν τώρα πια, για παιδιά “από 9 έως 99 ετών” – αφού, όπως εύστοχα σημειώνει ο συγγραφέας, “η λογοτεχνία που δεν κάνει για τα παιδιά, δεν είναι κατάλληλη ούτε για τους ενήλικες”…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Παντολέων Φλωρόπουλος γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Ζει και εργάζεται στο Αγρίνιο. Από το 2000 είναι εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας Αναγγελία, ενώ μεταξύ 1991 και 2008 υπήρξε ιδρυτής και βασικός συντάκτης των περιοδικών Αραμπάς, Ο.μέγα, Στρατόσφαιρα, Ρεύμακαι ΑγοράΖην.

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος