Μετά από ενάμιση χρόνο περίπου επανέρχομαι στην παρέα του agriniovoice με αφιερώματα τόσο σε συμπολίτες μας που ξεχωρίζουν όσο και σε άτομα με τεράστια συνεισφορά στο χώρο της παιδείας, της υγείας, της τέχνης, αλλά και της καθημερινότητάς μας.

Για αρχή, θα παρουσιάσω τον Μιχαήλ Μαντζανά που είχα την τύχη να γνωρίσω στους χώρους της φιλοσοφικής. Ο Μιχαήλ Κ. Μαντζανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου (Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών) με ειδικότητα: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλοσοφία και επιστημονικός συνεργάτης στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πτυχιούχος της Θεολογικής και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Διδάσκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2000 μέχρι σήμερα σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο καθώς και στα μεταπτυχιακά του τμήματος Βιολογίας και του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Έχει συμμετάσχει σε πολλά παγκόσμια επιστημονικά συνέδρια στο εξωτερικό και στο εσωτερικό.

Πρόσφατα είχα την τύχη να έχω στα χέρια μου το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο με γοήτευσε για το εύρος θεμάτων που αναλύει αλλά και την πολύπλευρη προσέγγιση στο θέμα των μεταναστών. Το νέο του βιβλίο αποτελεί σημαντική επιστημονική τομή στη σύγχρονη πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Πρόκειται για μια καινούρια μελέτη, που εντάσσεται στη σειρά «Διά-λογος» της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης – Μελέτες των εκδόσεων Παπαζήση ΑΕΒΒ και έρχεται να αναδείξει το άκρως επίκαιρο ζήτημα της μετανάστευσης, των διαχρονικών προσφυγικών ροών, της αφομοίωσης του διαφορετικού, της διαπολιτισμικής προσέγγισης του «άλλου», της ανάλυσης της σχέσης των εννοιών ταυτότητα, ετερότητα, προκαταλήψεις, στερεότυπα, μέσα από μία άρτια, επιστημονικά και ερευνητικά, σύγκλιση. Όπως, εύστοχα, δηλώνει και ο ίδιος, το καινούριο αυτό βιβλίο διαποτίζεται από την έννοια της αφομοίωσης.

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται η μετανάστευση ως κοινωνιολογικό και ιστορικό φαινόμενο. Μέσα από μια αναδρομή στο παρελθόν, ιδιαίτερα στην εποχή του Βυζαντίου, φτάνοντας ως τη σημερινή πραγματικότητα, έρχεται να καταδειχθεί η διαχρονικότητα των μεταναστευτικών τάσεων και ροών, ενώ παράλληλα επιχειρείται η αποσαφήνιση των αιτιών που οδηγούν τους ανθρώπους σε αυτή τη φυγή. Η μετανάστευση δεν είναι ένα ομογενοποιημένο φαινόμενο. Είναι πολλά τα κριτήρια που τη χαρακτηρίζουν (θρησκευτικά, πολιτισμικά, οικονομικά κ.ά.) και την τοποθετούν σε σειρά κατάταξης ως προς τη διάρκεια της παραμονής στον ξένο τόπο, την οργάνωση του ρεύματος εξόδου, ως προς τους λόγους που ενισχύουν αυτή τη φυγή κ.λπ., ενώ όπως εύστοχα επισημαίνει η Αρβελέρ «δεν αποτελεί τυχαίο αποκύημα η τακτική μας να συνεξετάσουμε το πρόβλημα της εθνικής συνείδησης ή ταυτότητας με το πρόβλημα της μετανάστευσης» (σ.37).

Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται την έννοια του έθνους, της εθνικής συνείδησης, της εθνικής ταυτότητας, πάντα σε αντιδιαστολή με τον εθνικισμό και τις ακραίες ιδεολογίες που κηδεμονεύονται από κοινωνικούς αποκλεισμούς και έλλειψη ανοχής και παραδοχής του άλλου – ξένου. Μέσα από μια φιλοσοφική και ιστορική παρουσίαση διασαφηνίζονται έννοιες πάνω στις οποίες βασίστηκαν αυτοκράτορες, βασιλείς, πολιτικοί για να εδραιώσουν την εδαφική τους κυριαρχία, να συγκροτήσουν τα κράτη τους, να θεμελιώσουν πολιτικά δικαιώματα, να δικαιολογήσουν τη γεωπολιτική τους ισχύ και να επιβεβαιώσουν μέσα από την αρχή του εθνοενωτισμού την υπεροχή τους, όσον αφορά στα ιστορικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τους διακρίνουν από τα υπόλοιπα έθνη. Μέσα από τη μελέτη του υλικού, αποδεικνύεται η διασύνδεση της γλώσσας με την έννοια του έθνους και την έννοια της εθνικής συνείδησης. Επιπλέον επισημαίνεται, το πώς μπορεί η γλώσσα να συμβάλλει στην ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας, ποιος είναι ο ρόλος της θρησκείας, της παράδοσης και του πολιτισμού ενώ, παράλληλα σκιαγραφείται η λεπτή γραμμή που διαχωρίζει την πατριωτική αγάπη για την πατρίδα με τις φανατικές εθνικιστικές ή αντιεθνικιστικές ιδεολογίες.

Στο τρίτο κεφάλαιο δίνεται μια πρωτότυπη διάσταση και άκρως, επίκαιρη, ενόψει του Προσφυγικού Ζητήματος, σχετικά με την παιδαγωγική και ψυχολογική προσέγγιση της μετανάστευσης και της αφομοίωσης. Πώς, δηλαδή, μπορούν να ενταχθούν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στην εκάστοτε κοινωνική δομή. Επιπροσθέτως αποδεικνύεται, πώς μπορεί η εκπαίδευση και η διαπολιτισμική προσέγγιση να ευνοήσει την ομαλή ένταξή τους και την ενσωμάτωσή τους στον κοινωνικό ιστό κάθε χώρας. Ποικίλες θεωρίες αποτυπώνονται μέσα σε από μια διαλεκτική – αρκετές φορές πολεμική – που στοχεύουν στη δημιουργία συγκεκριμένων εκπαιδευτικών μοντέλων ενσωμάτωσης και ένταξης παιδιών (αλλοδαπών, μεταναστών, προσφύγων, παλιννοστούντων) στο σχολικό περιβάλλον. Καταδεικνύεται πόσο σημαντική είναι η φιλοξενία αυτών των ανθρώπων, που άφησαν τις εστίες τους για ένα καλύτερο αύριο, για μια καλύτερη ζωή, και πώς μπορούμε μέσα από την εφαρμογή συγκεκριμένων μεθόδων και τη χρήση ειδικών ψυχολογικών – διαπολιτισμικά δομημένων – εργαλείων, να περιορίσουμε προβλήματα, όπως την απομόνωση, τη δημιουργία «γκέτο» και τις αντιδράσεις του γηγενούς πληθυσμού. Η χρήση ερωτηματολογίων από το συγγραφέα, σε πληθυσμό στόχου (μετανάστες, γηγενείς, αλλοδαπούς) φέρνει στο προσκήνιο αυτά τα προβλήματα, ενώ καταλήγει σε ουσιαστικά και πολύτιμα, για το σύνολο των επιστημονικών αντικειμένων, συμπεράσματα.

Ακολουθεί το τέταρτο κεφάλαιο που αναφέρεται στο νομικό πλαίσιο που έχει συσταθεί κατά τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας για το μεταναστευτικό ζήτημα, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 μέχρι και σήμερα, καθώς και τις διοικητικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Γίνεται μια συγκριτική, αξιολογική παράθεση και καταδεικνύονται τα προβλήματα και οι επιπτώσεις από τη χρήση του κάθε νόμου, δίνοντας έμφαση στο νομικό πλουραλισμό και τις αρχές της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού.

2c - Coffee & Cigarettes

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ