«Δεν μπορούμε να ορίσουμε την ευτυχία. Μπορούμε μόνο να μιλήσουμε γι’ αυτό που την καταστρέφει και για αυτό που την δημιουργεί», είχε πει ο Νομπελίστας Αντρέ Ζίντ. Η έννοια της ευτυχίας και πως μπορεί αυτή να επιτευχθεί είναι ένα ζήτημα που απασχολεί ανά τους αιώνες. Σήμερα ωστόσο υπάρχουν επιστημονικές ομάδες που σαν στόχο είχαν και έχουν να προσπαθήσουν να ανακαλύψουν τι μας κάνει ευτυχισμένους.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η έρευνα του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που είδε το φως της δημοσιότητας 75 ολόκληρα χρόνια μετά. Η μελέτη ξεκίνησε το 1938 και συμμετείχαν 724 άνδρες ηλικίας από 12 έως 20 χωρισμένοι σε δυο ομάδες. Στη πρώτη ομάδα  ήταν 268 άνδρες οι οποίοι φοιτούσαν στο δεύτερο έτος στο Χάρβαρντ και πολέμησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δεύτερη ομάδα αποτελούνταν από 456 αγόρια ηλικίας 12-16 ετών, που ζούσαν σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Βοστώνης το 1930.

Αρχικά αφού οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες επαναλαμβάνονταν κάθε πέντε χρόνια, πέρασαν από συνέντευξη και οι γονείς τους για να δώσουν στους ερευνητές μια καλή εικόνα για τη ζωή τους. Στη συνέχεια κάθε δύο χρόνια γινόταν μία επισκόπηση της ζωής τους όπου οι ερευνητές κατέγραφαν τη στάση τους απέναντι στην δουλειά τους και την οικογενειακή τους ζωή. Περίπου 25 χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας οι 60 από τους 724 άντρες είναι ακόμη ζωντανοί και συνεχίζουν να δίνουν πληροφορίες για τη ζωή τους.  Τα αποτελέσματα λοιπόν έδειξαν ότι «οι καλές σχέσεις μας κάνουν πιο ευτυχισμένους και υγιείς», όπως δήλωσε ο Robert Waldinger ο τέταρτος κατά σειρά διευθυντής της ψυχιατρικής στο Harvard Medical School.

Συμπληρώνει ακόμα ότι οι κοινωνικές επαφές είναι ευεργετικές για την υγεία. Οι άνθρωποι με περισσότερες κοινωνικές συνδέσεις είναι πιο ευτυχισμένοι, πιο υγιείς σωματικά, και τείνουν να ζουν περισσότερο. Εκείνοι όμως που ζουν πιο απομονωμένοι έχουν προβλήματα στην υγεία τους και ίσως να αντιμετωπίσουν εγκεφαλικές δυσλειτουργίες. Δίνεται ωστόσο σημασία και στη ποιότητα των σχέσεων για να λειτουργήσουν θετικά.

Μια άλλη έρευνα θέλει το πρωινό ξύπνημα να συμβάλλει στην ευτυχία. Σε δείγμα 1068 ενηλίκων δόθηκε ηλεκτρονικά η δυνατότητα να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο που αφορούσε τα επίπεδα ευτυχίας και άγχους στην ζωή τους, καθώς και για την σωματική υγεία, τις διατροφικές συνήθειες και το «πρόγραμμα» του ύπνου τους. Όσοι λοιπόν ξυπνάνε νωρίς έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι αδύνατοι, ευτυχισμένοι, υγιείς και επιτυχημένοι εν αντιθέσει με όσους κοιμούνται μέχρι με τις πιθανότητες να γίνουν αγχωμένοι ή καταθλιπτικοί, καθώς και υπέρβαροι, να αυξάνονται.

Ο λόγος που οι πρωινοί τύποι έχουν το προβάδισμα εντοπίζεται στο ότι ξεμπερδεύουν νωρίς με τις πρωινές υποχρεώσεις και έτσι προσαρμόζονται καλύτερα στο αγχώδες περιβάλλον της σύγχρονης ζωής, όπως σημείωσε ο επικεφαλής της έρευνας σε ένα συνέδριο της Βρετανικής Κοινότητας Ψυχολογίας.

Και οι έρευνες δεν σταματούν εδώ. Επιστήμονες ψάχνουν να βρουν την ευτυχία στο DNA. Κατάφεραν να αναγνωρίσουν τρία γενετικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα ευεξίας και συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή. Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Nature Genetics, βασίστηκε στα στοιχεία 298.000 ανθρώπων έδειξε ότι η ευτυχία δεν εξαρτάται μόνο από τις εξωτερικές συνθήκες ή από ψυχολογικούς παράγοντες αλλά έχει και γενετικό υπόβαθρο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here