Ένα πνεύμα αντιλογίας έχει διαποτίσει τη νεοελληνική κοινωνία, είναι μια υγρασία πολυκαιρίας, μυρίζει μούχλα και δεν θα υπήρχε χαρακτηριστικότερο εσχατολογικό σημάδι από αυτό, αν δεν κρατούσε τα πρωτεία το περιβόητο ημερολόγιο των Μάγιας.

Τι απορείς, Γιάννη μ’, θα σου εξηγήσω…

Το πνεύμα αντιλογίας για το οποίο σου μιλώ, ανέκαθεν ήταν δείγμα πρωτόγονης κοινωνίας, σήμερα όμως είναι σα να επανήλθε αυτό το πρωτόγονο στοιχείο εν μέσω των τεχνολογικών επιτευγμάτων, δεν καταλαβαίνω γιατί, δεν ξέρω γιατί συμβαίνει…

Το πνεύμα του λόγου λοιπόν και το πνεύμα της αντιλογίας. Ότι και να καταθέσει ο Λόγος, ακόμα και το καλύτερο, ακόμα και το ευφυέστερο, το οξυδερκέστερο, Γιάννη μ’, ακόμα κι αν είναι προϊόν αμέτρητων αγρυπνιών ή πόρισμα εμπειρικό μιας ολόκληρης ζωής, θα έρθει το νιάνιαρο και θα ξεκινήσει ν’ απαντά μ’ ένα «όμως…». Καθότι, λέει, έχει δικαίωμα στην άποψή του.

Ναι, μωρέ, δικαίωμα στην άποψη έχει και το νήπιο, έχει δικαίωμα να πηδήξει από το μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου, όπως κάνει ο Μπάτμαν, κι ο νεαρός που ψηφίζει στα δεκαοχτώ, έχει δικαίωμα εφ’ όλης της ύλης, τι να του πει τώρα ο οπισθοδρομικός εξηντάρης…

Έτσι που λες, Γιάννη μ’…

Στο πνεύμα του Λόγου υπάρχει πια ένα πνεύμα αντιλογίας. Που δικαιώνει και μορφοποιεί τα ηλίθια Δημοκρατικά μας ήθη. Αλλοίμονο! Όποιος αρνείται το δικαίωμα στην άποψη, είναι φασίστας…

Αλλά, κάτσε να σου πω μια ιστορία να καταλάβεις.

Ήταν λέει μια φορά μία νιόπαντρη που δεν ήξερε καθόλου να μαγειρεύει. Φοβόταν όμως ότι ο άντρας της θα την χωρίσει γι’ αυτό. Πάει λοιπόν σε μια γριά γειτόνισσα και της λέει: «Πώς να μαγειρέψω το τάδε φαΐ;». Της είπε η γριά λεπτομερώς. Το και το. Και λέει η νιόπαντρη: «Α, ναι; Έτσι ήξερα κι εγώ…».

Την άλλη μέρα έπρεπε να μαγειρέψει άλλο φαΐ. Πάλι δεν ήξερε όμως να το φτιάξει. Πάει πάλι στην καλή γριά. «Πώς να μαγειρέψω το τάδε φαΐ;». Και της είπε η γριά λεπτομερώς. Το και το. Και λέει η νιόπαντρη: «Α, ναι; Έτσι ήξερα κι εγώ…».

Την τρίτη μέρα, πάλι τα ίδια. Και την τέταρτη. Και την Πέμπτη. Ο ίδιος διάλογος. Η καλή γριά άρχισε να τα παίρνει στο κρανίο.

Μια μέρα πάει και της λέει η νιόπαντρη: «Βάβω, μου έφερε ο άντρας μου κάτι γουρουνίσιες πατσιές. Πώς να τις φτιάξω;».

Κάθεται η γριά και της περιγράφει λεπτομερώς, όπως έκανε πάντα: «Θα τις βάλεις σε μια κατσαρόλα, όπως είναι, θα τις βράσεις, θα τους βάλεις αλατάκι, πιπεράκι, σκόρδο ψιλοκομμένο κλπ». Και της λέει η νιόπαντρη: «Α, ναι; Έτσι ήξερα κι εγώ…».

Πάει λοιπόν κι εφαρμόζει τη συνταγή της καλής γριάς. Βρώμισε το σπίτι. Αλλά η κυρία δεν πτοήθηκε. Για να το λέει η γριά, έτσι πρέπει νάναι. Ήρθε ο άντρας της, βλέπει το πιάτο με τις ακαθάριστες πατσιές που έζεχναν, έγινε σεισμός…

Τότε κατάλαβε… Αν ήταν αργά ή αν πέρασε τον σκόπελο η κυρία, δεν μας το λέει η ιστορία, Γιάννη μ’… Σίγουρα όμως έτσι θα πάθουν κι όλοι αυτοί οι ξερόλες που έχουν δικαίωμα στην άποψη, ό,τι κι αν ακούσουν, έχουν έτοιμο ένα «όμως…» για να σου πουν, έτοιμοι να στήσουν καβγά για οτιδήποτε. Καθότι αυτό το πνεύμα αντιλογίας που διαποτίζει το νεοελληνικό κοινωνικό σώμα σαν υγρασία, γεννάει τη σύγχρονη Βαβέλ και γι’ αυτό είπα πριν ότι είναι εσχατολογικό σημάδι… Τέτοια φαινόμενα έρχονται μονάχα όταν μια κοινωνία βιώνει το τελευταίο στάδιο της παρακμής της ή όταν ο κόσμος γυρίζει ανάποδα κι έρχονται τα πάνω – κάτω.

Ηθικό δίδαγμα: Άμα δεν ξέρεις να ξύσεις τις πατσιές, άκου με σεβασμό τι λέει η βάβω, αλλά μη βγάζεις μιλιά…

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
SHARE
Προηγούμενο άρθροΜΑΣ ΕΣΩΣΕ ΑΠΟ ΦΩΤΙΑ η αξιότιμη κυρία Λούσυ
Επόμενο άρθροΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ (18 – 01 – 2012)
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Εκδότης και συντάκτης περιοδικών, μεταξύ των οποίων: «Αραμπάς» (1991 – 1997), «Στρατόσφαιρα» (1999 – 2000) και «ΑγοράΖην» (2004 – 2008). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Αναγγελία» (Αγρινίου) από το 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της “Αναγγελίας” με άρθρα, χρονογράφημα και παραμύθι. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο από το 1990 μέχρι το 1996. Το 2016 βραβεύτηκε από τον “Παρνασσό” για το θεατρικό έργο του “ο Καραγκιόζης... Έλληνας”. Παραμυθογράφος, με πρώτο παραμύθι του την “Πολιτεία των λουλουδιών” (1980) και τον “Παραμυθόκηπο” (2010 και 2018).