Γράφει η Γιώτα Μπουμπούλη

Ανατρεπτικός, είρων, διαχρονικός και πάντα επίκαιρος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης υπήρξε ένας πεζογράφος με άποψη και με πυγμή. Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1836 και πέθανε στην Αθήνα το 1904. Οι γονείς του άνηκαν σε πλούσιες και αριστοκρατικές οικογένειες. Το 1841 η οικογένεια του Ροΐδη εγκαταστάθηκε στη Γένοβα. Το 1849 επέστρεψε στην Ερμούπολη για σπουδές.

Το 1862 εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, αποφασισμένος να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα γράμματα. Το 1866 γράφει την προκλητική και σατιρική «Πάπισσα Ιωάννα». Με το μυθιστόρημα, «Πάπισσα Ιωάννα» (1866), που μοιάζει περισσότερο με μελέτη («μεσαιωνική μελέτη» το χαρακτήριζε ο ίδιος), προκάλεσε την αντίδραση της Ιεράς Συνόδου. Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά

(«ο κύριος εισαγγελεύς ουδ’ απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες οτι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν…»), με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο-με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».

Από τα κορυφαία επιτεύγματα του Ροΐδη είναι η αντίδρασή του στη συντονισμένη επίθεση που δέχτηκε για την Πάπισσα. Όποιος διαβάσει την απάντησή του στην Ιερά Σύνοδο (που αφόρισε το βιβλίο) και τις «Επιστολές ενός Αγρινιώτου», δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει ότι σπάνια στη νεοελληνική γραμματεία συναντούμε τέτοια ποιότητα γραφής, η οποία συνδυάζει έξοχο ύφος, ευθύβολη σάτιρα και κριτική παρρησία. Θεωρούμε μέγα κακό που τέτοια κείμενα έχουν ξεχαστεί ή δεν βρήκαν αντάξιους συνεχιστές.

Ο ίδιος λοιπόν μετονομάζεται σε Διονύσιο Σουρλή, γιατρό εξ Αγρινίου που αποτελεί το συγγραφέα της υποστηρικτικής επιστολής.

Από την επιστολή όμως επέλεξα την αρχή όπου σατιρίζει με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο την υποτιθέμενη πόλη του το Αγρίνιο.

Αγρίνι 1 Μαΐου 1866

Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,

Το όνομά μου είναι Σουρλής κατοικώ εις το Αγρίνι κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος, υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ’ ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα’ προ δώδεκα χρόνων, μού επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μείνω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφησε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δεκανίκια’ επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ’ ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ’ εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς καί φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον,… τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ώς ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρον και τους άλλους μικροτέρους των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον. Αλλ’ αυτή είναι μαύρη συκοφαντία’ διότι εξεναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ’ ας αφήσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κύριε εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου’ το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν το χειμώνα ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην, καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα, δια να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ δια να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν’ ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου… Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος, με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.

Ο Ροΐδης αρθρογραφούσε τακτικά σε εφημερίδες και περιοδικά για πολλά θέματα και υποστήριζε  την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη. Στην τελευταία περίοδο της πρωθυπουργίας του τελευταίου (Κυβέρνηση 1893-1895), η Ελλάδα πτώχευσε και σταμάτησε μονομερώς να αποπληρώνει δάνεια που είχε λάβει από το εξωτερικό. Από το  1827 μέχρι το 1878, η χώρα ήταν αποκλεισμένη από τα δυτικά χρηματιστήρια. το 1873. Ο ίδιος ο Ροΐδης έχασε σχεδόν όλη την περιουσία του, καθώς την είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής, η οποία χρεοκώπησε παταγωδώς.

Οι κλέφτες και τα πλήθη των ατάκτων  κατά περιοχές συντάχθηκαν πότε με τη μια και πότε με την άλλη παράταξη. Γενικότερα, τα τοπικά δίκτυα των καπεταναίων, οι αμοιβαίες έχθρες, οι εξαγορές  και τα αρματολίκια δημιουργούσαν περίπλοκες και μεταβαλλόμενες ισορροπίες ισχύος, οι οποίες δεν μπορούσαν να λυθούν παρά μόνο με την επιβολή ισχυρής κεντρικής Επαναστατικής εξουσίας και τακτικού στρατού, κάτι που όπως ξέρουμε δεν συνέβη.

Κλείνοντας αναφέρουμε τις 3 κατηγορίες Ελλήνων όπως τις είχε ορίσει ο Ροΐδης και οι οποίες συνεχίζουν να υφίστανται:

α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν του προϋπολογισμού.

Β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας εν παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.

Γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος των

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος