Κείμενο: Μαρία Κωνσταντίνου

Με αφορμή την ιδιαίτερης φιλοσοφίας δραματουργική παράσταση που έλαβε χώρα το προηγούμενο διάστημα στο Αγρίνιο, στα πλαίσια του εκτενούς αφιερώματος στα 400 χρόνια από το θάνατο του λογοτέχνη, βρίσκω την αφορμή να «μιλήσω» φιλολογικά για τους πιο χαρακτηριστικούς «κακούς» διάσημων έργων του Άγγλου δραματουργού. Αναμφίβολα, το θεατρικό σανίδι έχει την απαράμιλλη δύναμη να «ντύνει» μαγικά και εκθαμβωτικά ακόμα και τους πιο σκοτεινούς και αδίστακτους ήρωες. Πάρα πολλά έχουν ειπωθεί για τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, του οποίου η ύπαρξη συχνά αμφισβητείται, καθώς περιβάλλεται από την αχλύ που θολώνει και τον ίδιο τον Όμηρο. Είναι ο ιδιοφυής συγγραφέας που έχει τον τρόπο να αναπαριστά την εποχή του ή τις παλαιότερες εποχές της ιστορίας που πραγματεύεται, να αναδεικνύει τους ανθρώπινους χαρακτήρες και τις απάνθρωπες συμπεριφορές, τη σπατάλη του αίματος για το θρόνο, τη ματαιότητα της δόξας, τη λαιμαργία για την εξουσία και τη δύναμη, την ανθρώπινη αδυναμία και κυρίως το κακό.

«Το κακό όταν δολοπλοκεί»

Δεν είναι άλλος από τον Ιάγο. Mισεί τον Οθέλλο, όπως μισεί όλο τον κόσμο. Ωστόσο, το μίσος του έχει μια ανιδιοτέλεια, καθώς ο ήρωας πρώτα μισεί και ύστερα αρχίζει να ανακαλύπτει λόγους γι’ αυτό το μίσος που γυρεύει συνεχώς καινούρια τροφή και μένει πάντα ακόρεστο. Αλλά αν το μίσος γυρεύει λόγους για να δικαιωθεί, ποιοι είναι οι λόγοι αυτού του μίσους; Δεν αρκείται μόνο στο να στήσει την τραγωδία· θέλει να την παίξει ως το τέλος, μοιράζει τους ρόλους γύρω του, συμμετέχει και ο ίδιος, λες και είναι ένας αυστηρός σκηνοθέτης και ένας πειστικός ηθοποιός. Τα ελατήρια που κινούν τα δολοπλόκα ένστικτά του είναι διφορούμενα και απόκρυφα, οι πνευματικοί του λόγοι όμως σαφείς και ακριβείς. Τους διατυπώνει από τις πρώτες σκηνές, όταν μονολογεί: «Το κορμί μας είναι ένα περιβόλι και περιβολάρης του είναι η θέλησή μου». Πιστεύει ακράδαντα στη δύναμη της θέλησης. «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Και οι άλλοι είναι απλώς όργανα. Μπορείς να τους πλάσεις σαν τον πηλό». Τα λόγια του ίδιου είναι αυτά που εύλογα συνυφαίνουν τη δολοπλοκία. Εν τέλει ο κόσμος είναι απεχθής, αλλά είναι καλός ή κακός; Ο Ιάγος βάζει σε κίνηση το μηχανισμό της προστυχιάς, της ζήλειας και της βλακείας, κινώντας όλο το κακό του κόσμου και τελικά συντρίβεται απο την κατάφωρη οργή της ίδιας του της πλεκτάνης.

«Το κακό ως ηθικός αυτουργός βασανίζεται από τύψεις»

Μόλις αποκτήσει αυτό που επιθυμεί- ο Μακμπέθ είναι πλέον βασιλιάς- είναι αυτή που κληρονομεί τον τρόμο, την αϋπνία και τις ενοχές του συζύγου. Ο ηθικός αυτουργός γίνεται έρμαιο των Ερινύων. Μετά τη δολοφονία, στην οποία εξωθεί τον άντρα της και αφού υποθετικά «χύσει έξω» τα μυαλά του μωρού της, ο μόνος ρόλος που της μένει να παίξει είναι της γυναίκας, της βασιλικής συζύγου που είναι ακριβώς ο ρόλος, τον οποίο αποκήρυξε με όρκο για να κατορθώσει να φθάσει ως εκεί. Βουλιάζει στο τίποτα. Βλέπουμε τη λαίδη Μακμπέθ και την ένοχη συνείδησή της να υπνοβατεί, τρίβοντας τα χέρια της που θεωρεί πως είναι λερωμένα από αίμα, πνιγμένη στις τύψεις, που η ίδια υποκίνησε.

«Το κακό όταν δολοφονεί»

Μπορεί ο ηθικός αυτουργός του φόνου του Ντάνκαν να είναι η λαίδη Μακμπέθ που αναλαμβάνει να κεντρίσει το σύζυγό της στην αποτρόπαιη πράξη, με σκοπό να γίνει μονάρχης, εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία, ο φυσικός αυτουργός και δολοφόνος ωστόσο είναι ο σύζυγός της. Όπως συμβαίνει με τόσους άνδρες που δεν έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για ένα συγκεκριμένο έργο, ο Μακμπέθ χάνει τον έλεγχο μετά τη δολοφονία του Ντάνκαν και οι σκοτωμοί αρχίζουν να του αρέσουν. Δηλώνει ότι έχει πλέον φθάσει πολύ μακριά και η επιστροφή είναι εφιαλτική. Δεν έχει παρά να συνεχίσει τον κύκλο αίματος, στον οποίο έχει εθιστεί. Το σατανικό σχέδιο που συνέλαβε, παρακινημένος από την αχαλίνωτη φιλοδοξία του τον οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ζοφερό τέλος.

«Το κακό ως πειρασμός και δοκιμασία»

Πρόκειται για τις τρεις μάγισσες που αντιπροσωπεύουν το σκοτάδι, το χάος και τη σύγκρουση, το κακό που δοκιμάζει τους πρωταγωνιστές, καθώς τόσο ο Μακμπέθ, όσο και η σύζυγός του αριστοτεχνικά πέφτουν στην παγίδα που δημιουργεί έντεχνα η προφητεία τους. Πράγματι, το έργο είναι γεμάτο με περιπτώσεις όπου το κακό παρουσιάζεται ως καλό, ενώ το καλό καθίσταται κακό.

«Το κακό όταν θυμώνει»

Τον Σάυλοκ του συγκλονιστικού Εμπόρου της Βενετίας τον έχουμε ταυτίσει στη συνείδησή μας με έναν σκληρό φιλάργυρο ήρωα που δανείζει δίχως έλεος. Με έναν αδυσώπητο φιλοχρήματο τοκογλύφο. Εκδικητικός και υπερασπιστής της φυλής του, άτεγκτος και πονηρός, συγκεντρώνει εκ πρώτης αναγνώσεως πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά με αποκορύφωμα την υπογραφή ενός συμβολαίου με ένα φοβερό όρο που του δίνει το δικαίωμα να λάβει την αξία σε ανθρώπινη σάρκα. Παρόλα αυτά, μήπως τελικά ο Σάυλοκ είναι ένας «ευαίσθητος» ήρωας που στις προσλαμβάνουσες της εποχής του και στο περιβάλλον που ζει εξωθείται σε αυτές τις αδίστακτες τακτικές; Βιώνει το ρατσισμό και την εχθρότητα στο πετσί του. Από θύτης γίνεται τελικά θύμα και είναι ο μόνος που βγαίνει τραυματισμένος και ταπεινωμένος, γεμάτος οργή και θυμό.

«Το κακό απέναντι στο καλό»

Το πάθος για τη δύναμη της εξουσίας και του χρήματος πολλές φορές συμβάλλει στην αλλοτρίωση των ανθρώπων αλλά και στην αλλοίωση ακόμη και των συγγενικών δεσμών. Τέτοιο έργο είναι και ο Βασιλιάς Ληρ. Παράδειγμα ήρωα που εκπροσωπεί το κακό, ο Εδμόνδος, ο νόθος γιος του Γκλώστερ που υποθάλπει διαφωνίες μεταξύ του νόμιμου αδελφού του Έντγκαρ και του πατέρα τους, με απώτερο όφελος να διαβάλλει τον πατέρα απέναντι στον αδερφό και να δρέψει τα οφέλη μιας ενδοοικογενειακής φιλονικίας από την οποία σκοπεύει να βγει νικητής.

«Το κακό όταν φθονεί»

Ίσως η πιο γήινη προσωπικότητα και ο πιο ρεαλιστικός από τους σαιξπηρικούς ήρωες είναι ο Ριχάρδος ο Γ’. Ο λόγος για τον πρωταγωνιστή που ενεργεί με τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης, μακριά από τις αμφιβολίες του Άμλετ, τις φαντασιώσεις του Ληρ και την αδυναμία του Μακμπέθ. Από την αρχή μέχρι το τέλος παραμένει πιστός στην ιδέα της κατάκτησης της εξουσίας, οργανώνει το σχέδιό του βασιζόμενος στην μικροπρέπεια, στις αδυναμίες και στον εγωϊσμό των υπολοίπων. Ακαταπόνητος, κυνικός, ευθύς και πάνω απ’ όλα ειλικρινής με τον εαυτό του από την πρώτη σκηνή, ο Ριχάρδος είναι ένας ήρωας που σε συναρπάζει, καθώς οι κινήσεις του για την κατάληψη της εξουσίας είναι γεμάτες αλήθεια και στιβαρότητα, σκληρές αλλά τέλεια σχεδιασμένες και εκτελεσμένες. Ο Ριχάρδος δυναστεύει τους αδύναμους. Καταβαραθρώνει τους ονειροπαρμένους. Συντρίβει όσους ξέχασαν την ουσία της ζωής. Απλά παρακολουθεί και χρησιμοποιεί την μικρότητα των ανθρώπων. Μπροστά στην κατάκτηση του στόχου ενεργεί με καθαρότητα, ψυχραιμία και διαύγεια. Αλλά μόλις την αποκτά διολισθαίνει και «διηθείται» στην αρχομανία.

«Το τοξικό κακό»

Από τους χαρακτήρες του Βασιλιά Ιωάννη πιο ολοκληρωμένος αποδεικνύεται ο Νόθος που αναλαμβάνει και κατευθύνει τη δράση και την εξέλιξη της περιπέτειας, αδειάζοντας το τοξικό του δηλητήριο, χάρη στο οποίο το έργο πλουτίζεται με πλήθος ομολογίες ζωής, σαν μια συνεχόμενη εικόνα ενός βίου που ακολουθεί μια ξέφρενη πορεία, με όλη την ποικιλία και τα απρόοπτα.

«Το κακό όταν προσεύχεται»

Όσο για τον Κλαύδιο, το δολοφόνο θείο του πρίγκιπα της Δανίας, Άμλετ, η προσευχή του στο Θεό, με σκοπό την εξομολόγηση των αμαρτιών και των άνομων πράξεων δεν επιφέρει τη λύτρωση. Δεν επιλέγει τη σωτηρία της ψυχής του, καθώς το σχέδιο για τη δολοφονία του ανυπότακτου ανιψιού του, Άμλετ και το πάθος του για το θρόνο της Δανίας και το βασιλικό κρεβάτι τον ωθούν στην καταστροφή.

Ο τεράστιος ελισαβετιανός δραματουργός συνυφαίνει το κακό στις ιστορίες του σε όλες του τις πιθανές μορφές. Το κακό που δολοφονεί, το κακό που δολοπλοκεί, το κακό που οδηγεί στο θυμό, στο φθόνο, στις τύψεις, στη «δοκιμασία» και την ύστατη προσπάθεια για εξιλέωση. Άραγε δεν είναι πολύ λεπτή η διαφορά μεταξύ καλού και κακού; Και τελικά ποιο από τα δύο είναι συνειδητό και πιο ασυνείδητο;

Μαρία Αδ. Κωνσταντίνου
Φιλόλογος

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος