Πολλά ακούγονται και γράφονται με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στη Super League και τις αποφάσεις για τις αλλαγές που δρομολογούνται. Πολλά επίσης άρχισαν να γράφονται και να λέγονται και για την στάση του Φώτη Κωστούλα απέναντι σε αυτές τις αλλαγές και τις αντιρρήσεις – επιφυλάξεις τις οποίες έχει εκφράσει. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στη χώρα μας βρίσκεται αναμφισβήτητα σε καθοριστικές για το μέλλον του εξελίξεις, με κύριο ζητούμενο ένα πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα.

Από τη μία η μείωση του αριθμού των ομάδων και από την άλλη η ανάδειξη του πρωταθλητή αλλά και ο υποβιβασμός των ομάδων μέσω play off και play out, χαρακτηρίζουν τις δομικές αλλαγές που δρομολογούνται στο κορυφαίο επαγγελματικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της χώρας. Οι απαιτήσεις της NOVA που μέσω των τηλεοπτικών δικαιωμάτων αποτελεί τον σημαντικότερο χρηματοδότη του συνεταιρισμού των ΠΑΕ, εισακούστηκαν σχεδόν στο ακέραιο και σηματοδότησαν τις επικείμενες αλλαγές. Σίγουρα η κατεύθυνση αυτών των αλλαγών έχει να κάνει με την βελτίωση του πρωταθλήματος, όμως φτάνουν από μόνες τους αυτές ή είναι άλλος ο καθοριστικός παράγοντας που θα φέρει τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό και κατά συνέπεια την πολυπόθητη αναβάθμιση του προϊόντος;

Όλο το «ζουμί» της υπόθεσης είναι στην αναδιανομή των χρημάτων που προέρχονται από τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Η NOVA καλά κάνει και ζητά από την πλευρά της μεγαλύτερο ανταγωνισμό, γιατί αυτός είναι που πουλάει, όμως είναι εφικτό να έρθει μόνο μέσα από τις αυξημένες αγωνιστικές υποχρεώσεις των ομάδων ή μήπως από την ενίσχυση των πιο αδύνατων οικονομικά; Όταν οι τέσσερις μεγάλοι συνεχίσουν να παίρνουν τη μερίδα του λέοντος από την οικονομική «πίτα», πως θα μπορέσουν να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί οι μικροί; Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης και ταυτόχρονα των αντιρρήσεων του Κωστούλα. Στην οικονομική παράμετρο και σε ότι αφορά ειδικά τον Κωστούλα και στην ειλικρίνεια των προθέσεων των υπόλοιπων μελών του συνεταιρισμού.

Πολλοί είναι αυτοί που βιάστηκαν, ακόμη και στο Αγρίνιο, να υποστηρίξουν πως ο μεγαλομέτοχος του Παναιτωλικού δεν τάχθηκε υπέρ των αλλαγών, γιατί δεν έχει διάθεση να «σπρώξει» περισσότερο χρήμα στον Παναιτωλικό ώστε να τον δυναμώσει τόσο που να μην υφίσταται γι’ αυτόν ο κίνδυνος υποβιβασμού από την μείωση των ομάδων. Αυτό όμως είναι ένα βιαστικό και επιφανειακό συμπέρασμα το οποίο σίγουρα τον αδικεί, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι είναι ίσως ο μόνος παράγοντας που έχει ξοδέψει αρκετά εκατομμύρια από την τσέπη του, ώστε η ομάδα του να ανέβει πολλά επίπεδα (κυρίως σε υποδομές) και μάλιστα χωρίς να αποσκοπεί ή να φαίνεται εφικτό το να πάρει έστω μέρος από αυτά πίσω. Ο άλλος είναι ότι βασίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, αποφεύγοντας οποιεσδήποτε εξαρτήσεις και τηρώντας μία ευθεία και καθαρή στάση στην διαχείριση της ομάδας του και στην εξελικτική της πορεία.

Μία ακόμη παράμετρος που δεν πρέπει να αγνοηθεί αναφορικά με την στάση του Κωστούλα, είναι η ανυπαρξία σταθερής θέσης πολλών ΠΑΕ που προτιμούν ίσως το βραχυπρόθεσμο όφελος από το μακροπρόθεσμο, το οποίο μπορεί να προέλθει μέσα από μία κοινή στάση και συνεννόηση με στόχο ένα πιο δίκαιο τοπίο που θα ευνοεί τους πολλούς έναντι των λίγων. Η λεγόμενη κίνηση των δώδεκα δεν έφερε τελικά κάτι ουσιαστικό και οι όποιες διακηρύξεις και διεκδικήσεις δεν υποστηρίχτηκαν από μία κοινή πρακτική που να έχει διάρκεια και χαρακτήρα συμπαγούς μετώπου.

Όπως και να’ χει, διανύουμε μία μεταβατική περίοδο στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα, με το μέλλον να φαντάζει αβέβαιο και θολό. Για να επιτευχθεί πραγματική πρόοδος χρειάζονται καταρχήν ειλικρινείς προθέσεις και αλλαγές που να έχουν να κάνουν με την ενίσχυση των πιο μικρών. Μόνο έτσι θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός και θα αναβαθμιστεί το ποδοσφαιρικό προϊόν.