Η καρδιά του σταμάτησε την ώρα που μάζευε ελιές. Ο Φώτης μάζευε ο ίδιος τις ελιές του. Όπως έκανε ο πατέρας του και ο παππούλης του. Σα να ήθελε να κάνουν το ίδιο και τα παιδιά του. Και μέχρι να μεγαλώσουν, μέχρι να το βάλλουν στο πετσί τους, όπως το έβαλε αυτός, για να το κάνουν όποιο κι αν είναι το επάγγελμά τους, το έκανε ο ίδιος, με συνέπεια. Και προσμονή. Περιμένοντας να μεγαλώσουν για να τους το πει, όχι κατηχητικά, αλλά στην πράξη, με το παράδειγμά του, να ονοματίσει δηλαδή με δύο λέξεις απλές, λιτές όσο και η ωραία ζωή, αυτό που θα είχαν δει και θα είχαν πιστέψει και θα είχαν αγαπήσει πρώτα με τα μάτια τους.

Ο Φώτης μάζευε ο ίδιος τις ελιές του κάθε χρόνο. Για να παραδώσει το έθιμο στην επόμενη γενιά, όπως το παρέλαβε από την προηγούμενη. Και τέτοια ώρα διάλεξε να σταματήσει για πάντα η καρδιά. Γιατί εκεί, στο λιοστάσι, και στο αμπέλι, γράφεται ανεξίτηλα η διαθήκη της κάθε Ελληνικής γενιάς που δίνει την σκυτάλη στην επόμενη. Έλαιον και Οίνος. Λάδι και κρασί.

Αυτό είναι το βαθύτερο αφήγημα της Ελληνικής φυλής. Ο Φώτης μάζευε τις ελιές του πιστά, ευλαβικά, φορούσε τα ιερά άμφια του τιναχτή και ιερουργούσε κάθε χρόνο στην Αγία Τράπεζα της Γης, στο λιοστάσι, σα να πήγαινε εκεί για εξαγνισμό απ’ όσα τον τρύπαγαν, τίναζε την ελιά κι ήταν σα να τινάζει από πάνω του τις τοξίνες, όλα όσα έπεφταν στον θηρίο κάδο του και αυτός τα μεταποιούσε εκεί μέσα λεπτεπίλεπτα με την ευγένειά του για να γίνουν απόσταγμα θετικότητας, αγίασμα, εκείνο που οι πολλοί ονομάζουν λάδι, το λάδι του. Μάζευε τις ελιές του κάθε χρόνο σα να ήθελε με κάποιο τρόπο να φιλτράρει όλα τα άγουρα και τα πρωτόγονα που πήγαιναν να τον συναντήσουν, και το έκανε πάντα μ’ εκείνο το μειδίαμα των ματιών.

Λίγοι άνθρωποι μειδιούν με τα μάτια, όπως ο Φώτης Μπάδας. Λίγοι κοσκινίζουν τα λόγια των συνομιλητών τους καρτερικά για να κρατήσουν από αυτά και να τονίσουν μόνο την καλή λέξη ανάμεσά τους, έτσι αδιόρατα και ανομάτιστα, όπως το έκαναν οι παλιοί χωρικοί που – χάριν της διαρκούς ειρήνης – απορροφούσαν τους μοχθηρούς κραδασμούς των γειτόνων τους και, χωρίς να το καταλάβεις, διέγραφαν μαγικά τις γκρίζες και τις άλλες αποχρώσεις της έντασης. Χωρίς αυτή την αρετή, αρχίζει μια χιονοστιβάδα που καταλήγει σε πόλεμο.

Εκεί, στο λιοστάσι της ζωής του, σταμάτησε μια μέρα η καρδιά να γυρίζει. Ήταν μια ιερή στιγμή, μεγάλη όσο και η αιωνιότητα. Είναι από τις στιγμές που μένεις εκστατικός. Όχι μπροστά στο θάνατο, αλλά μπροστά στη ζωή. Οι σπουδαίοι άνθρωποι είναι τελικά εκείνοι που δεν αφήνουν τίποτα σπουδαίο πίσω τους εκτός από την σπουδαιότητα της μεγαλόψυχης και μεγάθυμης ευγένειάς τους… Ο Φώτης Μπάδας μπορεί να ήταν σπουδαίος μόνο για του φίλους του, αλλά, τελικά, τι περισσότερο χρειάζεται κανείς σ’ αυτή και την άλλη ζωή από το να τον θυμούνται οι φίλοι;