Της Σοφίας Ζησιμοπούλου

Κάθε πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Στην πάροδο του χρόνου, η φυσιογνωμία της μεταβάλλεται, καθώς η οικοδομική ανάπλαση γνωρίζει διαφορετικούς ρυθμούς, οι τάσεις της αρχιτεκτονικής διαφοροποιούνται και παρουσιάζονται κάθε τόσο νέες κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τον τρόπο δόμησης του αστικού τοπίου. Η Αθήνα αποτελεί μια πόλη που συγκεντρώνει μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον αυτό δεν αφορά τα αρχαία ή σύγχρονα μνημεία της, αλλά πολλά κτίρια που, παρά την έλλειψη πρόνοιας και την εγκατάλειψη, στέκουν ακόμη αγέρωχα, ανακαλώντας τις αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του Όθωνα ή τις αναζητήσεις του Μεσοπολέμου. Το εγχείρημα της Monumenta έρχεται να αναδείξει τη σημασία των κτιρίων της πόλης, φιλοδοξώντας να στρέψει την προσοχή του κοινού στα εμβληματικά αυτά τοπόσημα.

Η Monumenta αποτελεί μια ομάδα αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων που καταγράφουν οικοδομήματα της περιόδου 1830-1940, με σκοπό τη μελέτη και την προστασία τους. Στο πλευρό των ειδικών, συμβάλλουν ταυτόχρονα εθελοντές που πραγματοποιούν επιτόπια έρευνα, συγκεντρώνοντας φωτογραφίες και λοιπές πληροφορίες. Απώτερος στόχος της ομάδας είναι να ευαισθητοποιήσει το κοινό για τους εν λόγω χώρους μέσα από μια σειρά εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι δράσεις της ομάδας κοινοποιούνται στον ιστότοπο http://www.docathens.org, ενώ υποστηρίζονται επίσης από mobile εφαρμογή στα κινητά τηλέφωνα.

Στη βάση δεδομένων της Monumenta έχουν καταγραφεί περίπου 10.600 κτίρια, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Αρκετά από αυτά αποτελούν δείγματα ελληνικής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και ελληνικού μοντερνισμού. Ωστόσο, η οικονομική κρίση έχει συντελέσει στη ραγδαία εγκατάλειψή τους, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη άμεσης παρέμβασης για τη διάσωσή τους. Τα μέλη της ομάδας εκτιμούν ότι ένα ποσοστό του 80% των οικοδομημάτων του 19ου και 20ού αιώνα έχει ήδη καταστραφεί και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα ήδη εναπομείναντα.

Μέσα από την καταγραφή του αρχιτεκτονικού αποθέματος της πόλης, η ομάδα επιχειρεί να αναδείξει το μνημονικό φορτίο που κουβαλούν τα εν λόγω κτίρια. Πολλά από αυτά αποτελούν τεκμήρια ιστορικών περιόδων και λειτουργούν ως δείκτες για την κατανόηση της πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής εξέλιξης της Αθήνας, η οποία συνδέεται με τις ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές που γνωρίζει ολόκληρη η χώρα. Στην ουσία, η μελέτη των κτιρίων αυτών οδηγεί στη συγκρότηση ενός αφηγήματος για τη νεότερη ελληνική ιστορία. Τα νεοκλασικά του 19ου αιώνα θα πρέπει να προσεγγιστούν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο εξευρωπαϊσμού της νέας πρωτεύουσας, η οποία επιχειρεί να οριοθετήσει την εθνική της ταυτότητα και να «συνομιλήσει» επιτυχώς με το αρχαίο ελληνικό παρελθόν της. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, η μοντέρνα αρχιτεκτονική διασταυρώνεται με τις παραδοσιακές μορφές αλλά και με τις αυξημένες ανάγκες στέγασης των προσφύγων που καταφτάνουν στην Ελλάδα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η περίοδος της αντιπαροχής, κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, θα αναδιαμορφώσει πλήρως το οικιστικό πρότυπο, οδηγώντας, δυστυχώς, στην αμετροεπή κατεδάφιση πολλών παλαιότερων οικημάτων.

Η μακροϊστορία που αντανακλάται στην οικοδόμηση των εκάστοτε κτιρίων συναντά ταυτόχρονα τις μικροϊστορίες των ανθρώπων της γειτονιάς, εφόσον η έρευνα της Monumenta εμπλουτίζεται από προφορικές αφηγήσεις. Οι άνθρωποι που έζησαν για χρόνια στην ίδια συνοικία, μοιράζονται τις αναμνήσεις τους με τα μέλη της ομάδας και ανασυγκροτούν την ανθρωπογεωγραφία της κάθε περιοχής μέσα από τα υλικά κατάλοιπα των κτιριακών της εγκαταστάσεων. Ακόμη κι αν τα κτίρια κατεδαφίστηκαν, εγκαταλείφθηκαν ή παρήκμασαν, αυτό που μένει ως απόσταγμα είναι το ανθρώπινο πρόσωπο της πόλης, που, παρότι αλλάζει καθημερινά με γοργούς ρυθμούς, παραμένει φορέας μιας ακατάπαυστης κοινωνικής ενέργειας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here