Το 36% των γυναικών στην Ελλάδα επιλέγουν το θηλασμό έναντι του γάλατος σε σκόνη. Ένα μικρό σχετικά ποσοστό που όμως ολοένα αυξάνεται. Η αύξηση αυτή οφείλεται εν μέρει στις οργανωμένες εκστρατείες ενημέρωσης υπέρ του μητρικού γάλατος, με συχνές διοργανώσεις δημόσιων θηλασμών και άλλες εκδηλώσεις , με τις οποίες προσπαθούν την απενοχοποίηση του σε δημόσιους χώρους αλλά και να παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στις μητέρες.

Ο μητρικός θηλασμός είναι ένα θέμα που βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση από τους ερευνητές. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα ποσοστά έχουν μεγάλες διακυμάνσεις. Η Νορβηγία κρατά τα σκήπτρα καθώς οι Νορβηγίδες μητέρες θηλάζουν αποκλειστικά τα παιδιά τους όταν γεννιούνται σε ποσοστό που αγγίζει το 100%, για έξι μήνες κατά 80% ενώ για ένα χρόνο περίπου κατά 40%. Στη Γερμανία ο αποκλειστικός θηλασμός για έξι μήνες αγγίζει το 22% , στη Σουηδία το 12%, στην Αυστρία το 9,7%. Το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει τα χαμηλότερα ποσοστά που φτάνει το 1%! Αναλυτικότερα, λιγότερα από το 1/3 θηλάζουν μετά τους 6μήνες και μόλις 1 στα 200 μωρά θηλάζει μετά το πρώτο χρόνο.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει το θηλασμό μέχρι τα δυο χρόνια ή και περισσότερο. Στις Δυτικές κοινωνίες δεν είναι σύνηθες το να θηλάζουν μεγαλύτερα παιδιά και αρκούνται στους 6 μήνες με ένα χρόνο κατά μέσο όρο, ενώ σε μη δυτικές κοινωνίες η μέση διάρκεια θηλασμού είναι τα τρία χρόνια ή και περισσότερο.

Το μητρικό γάλα κατά τη διάρκεια του δεύτερου χρόνου προσφέρει 94% της απαιτούμενης βιταμίνης Β12, 75% βιταμίνης Α και 60% της βιταμίνης C, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Pediatrics, με δείγμα 500 νέες μητέρες με τα μωρά τους έδειξε ότι ένας μήνας θηλασμού σχετιζόταν με 4% μικρότερο κίνδυνο για λοιμώξεις των αυτιών. Στους έξι μήνες αποκλειστικού θηλασμού, το ποσοστό ανέβαινε στο 17%. Όταν όμως το παιδί έπινε αντλημένο μητρικό γάλα εμφάνιζαν μεγαλύτερο κίνδυνο λοιμώξεων αυτιών κατά 14% και όσο αυξάνονταν ο χρόνος τόσο αυξάνονταν τα ποσοστά.

Τα οφέλη από τον θηλασμό και πόσο μάλλον τον μακροχρόνιο αποδεικνύονται ότι είναι πολλά. Για την υγεία μητέρας και μωρού, καθώς βοηθά την πρόληψη διάφορων μορφών καρκίνου για τις μητέρες, αυξάνει τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του παιδιού αλλά και οικονομικά καθώς με την αύξηση του θηλασμού το οικονομικό όφελος θα ανέρχονταν στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παρότι η Βρετανία είναι η χώρα με τα χαμηλότερα ποσοστά θηλασμού σε πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το University College του Λονδίνου ανέδειξε τα πλεονεκτήματα του θηλασμού στην κοινωνική ανέλιξη του ατόμου. Συγκεκριμένα μελέτησαν 34.000 άτομα, γεννημένα το 1958 και το 1970 και συσχέτισαν το κοινωνικό «στάτους» αυτών των ανθρώπων σε ηλικία 33 ή 34 ετών, με εκείνο των γονέων τους.

Η έρευνα έδειξε ότι όσοι είχαν θηλάσει, ήταν πιθανότερο να έχουν καλύτερη δουλειά με καλύτερα εισοδήματα από εκείνο των γονιών τους. Ο θηλασμός αυξάνει την πιθανότητα κοινωνικής ανόδου κατά 24%, ενώ αντίστοιχα μειώνει τη πιθανότητα κοινωνικής καθόδου κατά 20%. Αυτό εξηγείται σύμφωνα με τους ερευνητές, στο γεγονός ότι ορισμένες θρεπτικές ουσίες, όπως τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, στο μητρικό γάλα βοηθούν στην εγκεφαλική – νοητική ανάπτυξη του νεογέννητου. όπως επίσης η στενή επαφή της μητέρας με το παιδί κατά τη διάρκεια του θηλασμού που συνδέεται με το μειωμένο στρες για το παιδί.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ