Είναι γνωστά πλέον σε όλους μας τα οφέλη του μητρικού θηλασμού για την υγεία του βρέφους αλλά και της μητέρας του. Προστατεύει και τους δύο από την μελλοντική εμφάνιση διαφόρων ασθενειών (αλλεργίες, καρκίνος λοιμώξεις, σακχαρώδης διαβήτης κ.α.). Ο θηλασμός που διαρκεί τουλάχιστον τους έξι πρώτους μήνες της ζωής του βρέφους είναι πολύτιμη πηγή ενέργειας και σωματικής υγείας και για τους δύο.

Ας αναφερθούμε όμως και στα οφέλη του μητρικού θηλασμού για την ψυχική υγεία. Έχει παρατηρηθεί ότι βρέφη που δεν θήλασαν καθόλου ή βρέφη που από τον πρώτο μήνα είχαν τη λεγόμενη «μεικτή» διατροφή (δηλαδή θηλασμός και γάλα από το μπιμπερό εναλλάξ), εμφάνισαν ευαισθησία σε δυσάρεστα ερεθίσματα όπως φωνές αγνώστων, θορύβους ή παρουσία άλλων προσώπων εκτός της μητέρας. Επιπλέον, εμφάνισαν μερική δυσκολία προσαρμογής στο περιβάλλον σαν παιδιά ή αργότερα ως ενήλικες.

Τα παραπάνω ευρήματα καθώς και η παρατήρηση βρεφών που θήλασαν αποκλειστικά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της μητέρας και του βρέφους στη διάρκεια του θηλασμού είναι πολύτιμη για την ψυχική υγεία. Το βρέφος που θηλάζει, έχει επαφή με το στήθος της μητέρας, αγγίζει το σώμα της με τα χεράκια του και αποκτά βλεμματική επαφή μαζί της όσο θηλάζει. Ακούει τη μητέρα του να του μιλάει ή να του τραγουδάει αγγίζοντάς της ταυτόχρονα. Όλα τα παραπάνω του προσφέρουν πολύ σημαντική αίσθηση ασφάλειας και ταυτότητας.